Tasos Leivaditis (Greek: Τάσος Λειβαδίτης; 1922–1988) was a Greek poet, short story writer and literary critic who belonged to the postwar generation that was deeply marked by the struggles and failures of the communist movement. His early and politically committed poetry travelled through the ‘fire and sword’ of history, transforming in the end into powerful and paradoxical prose-poems, and displaying an erotically charged form of ‘neo-romanticism’ mixed with ‘melancholic minimalism’ where “genuine humility offers obeisance to the magic of language.”
Υπέροχος, ευαίσθητος και τρυφερός ποιητής ο Λειβαδίτης μιλά για θέματα όπως η μοναξιά, το αστικό τοπίο, άνθρωποι που υποφέρουν σιωπηλά, το παρελθόν και η ελπίδα για το μέλλον. Όλα τα ποιήματα φαίνεται να είναι γραμμένα κάτω από το πρίσμα της καταλυτικής επίδρασης μιας εποχής του χρόνου, του φθινοπώρου. Η επιλογή της ανάγνωσης ανήκει στον αναγνώστη: μελαγχολία ή περισυλλογή, σχετικά με την ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής;
Οταν διαβάζεις Λειβαδίτη σε πιάνει μια κάποια απογοήτευση, ειδικά στα τελευταία του έργα. Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου εμπεριέχουν όλα εκείνα που χαρακτηρίζουν τον μεγάλο Ελληνα ποιητή και είναι ποτισμένα με έντονη την αίσθηση της απογοήτευσης του ανθρώπου που φτάνει στη δύση της ζωής του χωρίς να έχει προηγουμένως ζήσει όλα εκείνα που θα ήθελε. Αποφύγετε την ανάγνωση του έργου σε καλοκαιρινή περίοδο και οπωσδήποτε αποφύγετε κάθε επαφή μαζί τους εάν είστε σε νηφάλια κατάσταση :)
4,5/5* για αυτήν την συλλογή από πεζά και ποιήματα του Λειβαδίτη , ο οποίος στέκει εδώ κλασικός, ρομαντικός και συνήθως αποφθεγματικός στο κάθε του τέλος.
Πολυαγαπημένη ποιητική συλλογή, από αυτές που "θα διάλεγα αν έμενα μόνο με λίγα βιβλία" Στίχοι μουσικοί,γεμάτοι χαρμολύπη, ποίηση βαθιά λυρική που αγγίζει τον ανθρώπινο ψυχικό πόνο, το χρόνο που φεύγει αδυσώπητος, τη ματαιότητα.
"κι από όλες τις τύχες προτιμήσαμε εκείνη του ταξιδιώτη που δεν ξέρει το άστρο που τον οδηγεί..." (...) Ω, ελπίδες της νιότης μας μείνατε στη μέση του δρόμου. Εμείς συνεχίσαμε και να που φτάσαμε απόψε εδώ, σ'αυτόν τον άγνωστο τόπο, χωρίς αποσκευές, μα μ'ένα τόσο ωραίο φεγγάρι"
Εξαιρετική η ποίηση του Λειβαδίτη, λυρική και ονερική. Θα έλεγα ότι έχει επιδράσεις από τον υπερρεαλισμό, ορισμένα του ποιήματα μου θύμισαν πολύ Σαχτούρη. Από τα ποιήματα αυτής της έκδοσης μου άρεσαν περισσότερο αυτά του Α' μέρους που είναι πιο μακροσκελή, αν και υπήρχαν αρκετά πετυχημένα και στο Β' και Γ' μέρος.
Τα ποιήματα που ξεχώρισα ήταν τα εξής: Ο πρώτος στίχος, Αναχώρηση, Ο ωραίος σταθμάρχης, Δειλινό, Η δεσποινίς Ευρυδίκη, Το πατρικό σπίτι, Μικρή νυχτερινή ονειροπόληση, Η πρώτη μέρα του κόσμου, Τρωικός πόλεμος, Οδύσσεια, Μικρή Ιλιάδα, Φθινοπωρινό σούρουπο, Ιανουάριος, Εξαφανίσεις, Καλοκαίρι, Άγνωστοι ομηρικοί στίχοι, Πορεία, Ω θλίψη.
Μερικοί στίχοι που ξεχώρισα: Κι η Μαρία που το βραδινό αεράκι παράσερνε τις κορδέλες του κάπελου της σε άλλους αστερισμούς -ποτέ δεν τη φτάσαμε. Κι αγάπησα με πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να γνωρίσω. Κι έζησα όλη τη ζωή μου σ' ένα όνεριο και την αθανασία σε μερικά κονιάκ. Κάποιο πρωινό ένα πουλί κάθησε στο αντικρινό δέντρο και κάτι σφύριξε. Ω, αν καταλάβαινα τι ήθελε να μου πει, ίσως να είχα βρει το νόημα του κόσμου
Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν' αφήσουν διεύθυνση, πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν' αγαπήσουν. Ώσπου στο τέλος δε μένει παρά μια θολή ανάμνηση απ' το παρελθόν (πότε ζήσαμε;) και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και κανείς δε θα μας θυμηθεί.
Α, είμαι τρελός για υστεροφημία, θα θελα να μιλούν για μένα δυο και τρεις χιλιετηρίδες κι ούτε αυτό θα μου ήταν αρκετό.
Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε σ' ένα αβέβαιο όνειρο.
Κι η ωραία απάντηση που δίνει σε όλα με τη σιωπή του ο έναστρος ουρανός.
Μόνον αφήστε με μες στ' όνειρο, γιατί εκεί κανείς δεν πεθαίνει.
Όμως εσύ σωπαίνεις, γιατί δε μιλάς, πες μου γιατί ήρθαμε εδώ; από που ήρθαμε; Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα τι θέλουν να πουν; Ω αν μπορούσες να τα διαβάσεις, όλα θ' άλλαζαν. Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια, ξαναγύρισα, δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους, το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά κι όλοκληρο το άγνωστο την ώρα που βραδιάζει.
Κι εγώ αποκοιμιόμουν στο σκαλοπάτι ενός παραμυθιού.
Ω ελπίδες της νιότης μας μείνατε στη μέση του δρόμου. Εμείς συνεχίσαμε και να που φτάσαμε απόψε εδώ, σ' αυτόν τον άγνωστο τόπο, χωρίς αποσκευές, μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.
Κι εγώ ένας αρχαίος διαβάτης που χάνεται στο βάθος.
Τι έχει σημασία για μένα; αναρωτιόμουν συχνά. Δεν ήξερα. Όμως ήξερα ότι απ' τη στιγμή που θα το μάθαινα, δε θα 'χε πια καμία σημασία.