«Είχε αποκτήσει τη συνήθεια να πηγαίνει με τα πόδια στο γραφείο του μετά το φαγητό, πιο πολύ για καθημερινή εξάσκηση. Προτιμούσε όμως να κάνει μεγαλύτερη διαδρομή, παρά να περνά κάτω από το σπίτι της οδού Βαλαντιέ. Γιατί αν έβλεπε ποτέ κάποιον πίσω από ένα παράθυρο ή στο μπαλκόνι του σπιτιού, που άλλοτε άνηκε στην αδερφή του, θα του προκαλούσε εκνευρισμό και κάτι σαν ενοχή».
Μέσα από τη διλογία του Κάρλο Κασσόλα, ζωντανεύει το σπίτι της οδού Βαλαντιέ με κεντρικό ήρωα τον Maggiorelli, ειδικό του μαρμάρου, σοσιαλιστή και αντιφασίστα, ο οποίος αφήνει τον ήλιο της Τοσκάνης και μετακομίζει στη Ρώμη.
Το σπίτι της οδού Βαλαντιέ υπήρχε από πάντα, γεμάτο ιστορία, όπου η αφήγηση αλλά και το περιεχόμενο στέκονται ψηλά χωρίς αξιώσεις, στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Η απλότητα και το μαχαίρι στο κόκκαλο είναι τα χαρακτηριστικά που καθρεφτίζουν την υπόγεια αλλά ξεκάθαρη απογοήτευση του Κασσόλα για τη σύγχρονη και ειλικρινή εικόνα της πολιτικής πραγματικότητας που γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες τις δικτατορίας, χωρίς να ξεριζώνει οριστικά τον φασισμό.
Οι περιγραφές του Κασσόλα, εντός και εκτός σπιτιού, είναι κοντά στην Ελλάδα και στην Χούντα. Ο καιρός, η ιεροτελεστία του φαγητού, η συντροφιά, το πώς όλοι μαζεύονται στον ίδιο χώρο και φυσικά το πολιτικό παρελθόν, φέρνει τον Έλληνα αναγνώστη να παρακολουθεί τους αριστερούς της Ιταλίας μέσα από την κλειδαρότρυπα, χωρίς να έχει ανάγκη την εκτόνωση της δράσης, έχοντας τέτοιες οικίες μορφές μέσα στα δικά μας, ιστορικά μεταπολεμικά σπίτια, που προσφέρονται εξίσου για λογοτεχνική λεπτομέρεια.
Ο φασισμός λειτουργεί ως συλλογική ενοχή μέσα στις επόμενες γενιές και το σπίτι της οδού Βαλντιέ λειτουργεί ως βάλσαμο, φωλιά, αντάρτικο λαγούμι, όπου οι ιδέες ριζώνουν στα πατώματα και στις κουπαστές, ποτίζουν στα ξύλα ως συλλογική μνήμη της διανοούμενης αντίστασης η οποία είναι μια βαθιά πολιτική ιδέα, αλλά όχι αποστειρωμένη από την καθημερινότητα των πρωταγωνιστών, οι οποίοι ξέρουν πως το να μαζεύονται στο σπίτι της οδού Βαλαντιέ είναι μια διαχρονικά πολιτική πράξη επανεξέτασης του παρελθόντος.