"Της έριξα ένα βλέμμα τράγου και τα ρουθούνια μου μίληγαν, βαρβατίλας εβρώμαγα, ήμουν το θείο τραγί!"
Ο Γιάννης ο Σκαρίμπας, λοιπόν. Η πρώτη μου επαφή με τον αναρχικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, το χτήνος.
Αναρχική, σουρεαλιστική, ανατραπτετική γραφή, μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα της εποχές, beat καλλιτέχνης πριν καν υπάρξει σαν σκέψη στην Αμερική το αντίστοιχο κίνημα. Πολύ άβολη ανάγνωση σε πολλές στιγμές, άδικο να την φέρνουμε στα τωρινά δεδομένα για πολλούς λόγους, με την αφήγηση να χωρίζεται στα 2. Στο πρώτο μέρος υπάρχει τριτοπρόσωπη και πιο απομακρυσμένη αφήγηση, στο δεύτερο μέρος μας μιλάει ο ίδιος ο Γιάννης για τα καμώματά του, μας εισάγει εντελώς στις σκέψεις αυτού του αντι-ήρωα, του χτήνους που θέλει να εκδικηθεί την κοινωνία, που δεν τον νοιάζει από πού έρχεται και πού πηγαίνει, μόνο θέλει να γλεντήσει τους αστούς άρχοντες της κοινωνίας.
Ο Σκαρίμπας σίγουρα ξέρει να πλάθει λέξεις και να σε φέρνει σε δύσκολη θέση, να σου δημιουγρίε πολύ ζωντανές εικόνες, να σου υπενθυμίζει τι πάει στραβά με τους γύρω σου.
Αλλά ενώ μέχρι την μέση το διάβασα μονορούφι, μετά ξαφνικά με κούρασε αφάνταστα, διάβαζα 2 σελίδες και έχανα τον ειρμό μου εντελώς, διάβαζα ξανά και ξανά τις ίδιες σελίδες, μήπως κατανοήσω καλύτερα τι έγινε.
Ενδιάμεσα το είδα σε θεατρικό και έπαθα το ίδιο, από ένα σημείο και έπειρα περίμενα να τελείωσει, είχα κουραστεί πολύ ούσα κοινωνός του έργου.
Ίσως και αυτό να ήταν ανάμεσα στις βλέψεις του συγγραφέα με αυτόν τον χαρακτηριστικό αντι-ήρωα; Πιστεύω πως θα ήθελα άλλο τέλος στην ιστορία του Γιάννη, πάντως, αλλά ποια είμαι εγώ να τα βάλω με ένα τέρας της νεοελληνικής λογοτεχνίας;
"Τουπα λοιπόν ότι θα πάω και στην Τήνο.
- Στην Τήνο! Τι να κανες;
- Να μυήσω, του λέω, στο Χριστιανισμό την Μεγαλόχαρη."
"Ο άνθρωπος αυτός που στις πιο ενστικτώδεις λειτουργίες του στόματος του θατανε φυσικός σαν το χτήνος, θόλωνε από ματαιοδοξία τον κόσμο μας, έπαιζε με τον εαυτό του κρυφτούλι."