Όπως και στο άλλο, μεταγενέστερο και πολύ εκτενέστερο, βιβλίο του, το ΄55, ο Κοροβίνης είναι στην Πόλη όπου εργαζόταν και (υποτίθεται) βρίσκει τυχαία μια γριά Πολίτισσα μόνη και ταλαιπωρημένη από τη ζωή και της παίρνει συνέντευξη και, χρόνια αργότερα και αφού αυτή έχει πεθάνει, καταγράφει τις κασέττες σε βιβλίο. Σαν να είναι με τα δικά της λόγια; Σαν προφορικό ντοκουμέντο; «Χτενισμένο»; Δεν καταδέχεται και να μας πει.
Ενδιαφέρον είχε, οι τούρκικες λέξεις, η εθνοκάθαρση στον Πόντο, η παλιά πολυπολιτισμική Πόλη, οι γειτονιές του αγοραίου έρωτα, πολύ νοσηρό και μπανάλ όμως το θέμα: πόσες φορές να διαβάσουμε για την πανέμορφη πόρνη με τη χρυσή καρδιά που η κοινωνία η άτιμη την έριξε στο πεζοδρόμιο από έφηβη και τώρα είναι γριά και μόνη και μετανιώνει; Ούτε μια στιγμή δεν ένοιωσα συμπόνια. Μια χαρά την έζησε τη ζωούλα της, ούτε προσπάθησε ποτέ να αλλάξει.
ΥΓ: παρατηρώ πως έχει μεταφραστεί και στα Τούρκικα και πως όλοι οι Έλληνες του βάζουν τρία αστεράκια κι όλοι οι Τούρκοι πέντε! Τυχαίο θα΄ναι... ;)