Tasos Leivaditis (Greek: Τάσος Λειβαδίτης; 1922–1988) was a Greek poet, short story writer and literary critic who belonged to the postwar generation that was deeply marked by the struggles and failures of the communist movement. His early and politically committed poetry travelled through the ‘fire and sword’ of history, transforming in the end into powerful and paradoxical prose-poems, and displaying an erotically charged form of ‘neo-romanticism’ mixed with ‘melancholic minimalism’ where “genuine humility offers obeisance to the magic of language.”
«Ίσως όμως και να τάχε απλώς όλα φανταστεί, καθισμένος εδώ, στ' ανοιχτό παράθυρο, αντίκρυ στο βαθύ, σιωπηλό στερέωμα νοιώθοντας την απέραντη ευτυχία να ζει και να μυρίζει και να βλέπει και ν' αγγίζει μέσα σ' αυτόν τον αλλοπρόσαλλο κόσμο που τον αγάπησε και τον μίσησε παράφορα που τα κέρδισε και τάχασε όλα, για να τα κερδίσει και να τα χάσει ξανά και ξανά. Γιατί η ζωή είναι ατέλειωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει και δυο φορές - να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή - και τίποτα δε χάνεται, μα όλα είναι για πάντα μέσα σου κι οι νεκροί κι οι σημαίες κι οι όρκοι και τα χρόνια που φύγανε και τα χρόνια που έρχονται. Και τα τραγούδια και τα δάκρυα κι οι φτυσιές κι οι ταπεινώσεις κι όλα τα όνειρα μέσα σου. Κι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα.
Κι ο υπάλληλος ένοιωσε τόσο βαθιά χαρούμενος, π' ούτε καν χαμογελούσε, υπέρτατη, σιωπηλή χαρά, πάνω απ' το γέλιο, αγγίζοντας απ' την άλλη άκρη του απείρου, τον πόνο. Και τότε κατάλαβε ξαφνικά, πόσο ο μεγάλος, δυνατός κόσμος έχει ανάγκη ν' ακουμπάει στους ανίσχυρους ώμους μας. Κι όταν πεθάνεις, βέβαια, θα πάψεις να υπάρχεις. Μα όσο ζεις είσαι αθάνατος.»
Λόγος κοφτός και ταυτόχρονα ερωτικός, πλούσιος σε λυρισμό· εικόνες ειλικρινείς, με έντονη δραματικότητα αλλά και νοσταλγία, για τα χαμένα ιδανικά, για τη συντροφικότητα, για τον πόθο της ελευθερίας, ως συνώνυμο του επαναστατικού αγώνα. Ποίηση που κινείται γύρω από τα βιώματα του ποιητή στη Μακρόνησο, που μιλά για τον ανεκπλήρωτο έρωτα και το θάνατο.
Στον πυρήνα των ποιημάτων του Λειβαδίτη διαπιστώνονται πολλά κοινά με την ποιητική παραγωγή του Αναγνωστάκη, σε επίπεδο εικόνων κυρίως αλλά και λέξεων-φράσεων και αισθημάτων, πράγμα αναπόφευκτο καθώς έχουν παρόμοιες εμπειρίες και αναμνήσεις.
Ο χαρακτήρας του πρώτου αυτού τόμου και γενικότερα της ποιητικής δραστηριότητας του μεγάλου Λειβαδίτη βρίσκεται κλεισμένος σε μία στροφή, από τη Συμφωνία αρ. 1(1957):
Και πες τους, σύντροφε, δε φέρνω κανένα μήνυμα. Απλώς τον ανθρώπινο πόνο υπενθυμίζω.
Υπέροχος, μοναδικός στο να ζωγραφιζει τις εικόνες που έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη του από τον πόλεμο και να τις καταγράφει στην ιστορία μέσα από την ποίηση του. Ο θάνατος και οι αναφορές στο θάνατο είναι διάχυτες, σε σημείο που οι νεκροί του πολέμου ανασταίνονται για να εκδικηθούν τον θάνατο τους, ενώ η καταδίκη για όλους όσους πολέμησαν, δειλούς, γενναίους, προδότες, πιστούς, προδομένους είναι η ίδια: θάνατος. Μέσα στην έρημο του θανάτου όμως και της τραυματικής μνήμης, η αγάπη είναι η όαση που κρατάει ζωντανό τον ποιητή και του δίνει δύναμη, ελπίδα αλλά τον γεμίζει και τύψεις γιατί τον κάνει ευτυχισμένο όταν τριγύρω του οι άλλοι πεθαίνουν. Συνεχίζω λοιπόν με τον δεύτερο τόμο που καλύπτει χρονικά την περίοδο 1972-1977.