"... Ο Κ. Θεοτόκης συνθέτει στο έργο αυτό έναν επιβλητικό πίνακα της κοινωνίας... "Οι σκλάβοι στα δεσμά τους" αποτελούν αναμφισβήτητα μία από τις πιο μεγάλες λογοτεχνικές δημιουργίες του Κ. Θεοτόκη. Είναι ορόσημο και αφετηρία για το ρεαλιστικό σοσιαλιστικό μυθιστόρημα. Με το έργο αυτό, όπως και με όλα τα άλλα πνευματικά του δημιουργήματα, ο Κ. Θεοτόκης έχει κατακτήσει επάξια μια από τις κορυφαίες θέσεις στα ελληνικά γράμματα. Και είναι πολύ σωστό αυτό που είπε για τον Θεοτόκη ένας ξένος ιστορικός της λογοτεχνίας μας, ο Έσσελιγκ: πώς αν έγραφε σε μια άλλη γλώσσα θα είχε γίνει παγκόσμια γνωστός". (Από τον πρόλογο του Τάκη Αδάμου στο βιβλίο "Κωνσταντίνος Θεοτόκης - Επιλογή", έκδ. Σύγχρονη Εποχή)
Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα και υπήρξε γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, τα μέλη της οποίας ασχολήθηκαν με την πολιτική και τη διπλωματία ήδη από τον 14ο αι.. Παρακολούθησε στο Παρίσι φιλολογία, μαθηματικά, ιατρική και χημεία, χωρίς ωστόσο να λάβει κανένα δίπλωμα. Εκτός όμως της γαλλικής γλώσσας σπούδασε αγγλική, γερμανική, ιταλική και λατινική, καθώς και σανσκριτική. Έτσι πολύγλωσσος από νεαρά ηλικία, ασχολήθηκε πέραν της πεζογραφίας με τη μετάφραση και την ποίηση. Σε ηλικία 19 ετών έγραψε στη γαλλική το πρώτο του έργο, το «Η ζωή των ορέων», που δημοσιεύθηκε και από τον Ερμή της Γαλλίας.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στη Κέρκυρα, στον εξοχικό πύργο των Καρουσάδων. Συνδέθηκε με τον ποιητή Μαβίλη και προσχώρησε από τους πρώτους στο κίνημα του δημοτικισμού. Από τότε φαίνεται ότι ασπάστηκε τις πρώτες σοσιαλιστικές ιδέες, από τις οποίες και διακρίνονται τα έργα του. Συμμετείχε στην επανάσταση της Κρήτης το 1896 ως εθελοντής και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 στη Θεσσαλία, επικεφαλής δικού του σώματος. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έλαβε ενεργό μέρος στο κίνημα της Θεσσαλονίκης. Τότε και απώλεσε ολόκληρη την προικώα περιουσία του στην Αυστρία (1917) οπότε και αναγκάσθηκε να δουλέψει αναλαμβάνοντας το γραφείο λογοκρισίας παντός εντύπου και αλληλογραφίας, θέση που διατήρησε για λίγο χρόνο.
Στην ελληνική λογοτεχνία η πεζογραφία του Κ. Θεοτόκη είχε σημαντική προσφορά. Στα εκτενή διηγήματά του: Η τιμή και το χρήμα, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Ο κατάδικος και Οι σκλάβοι στα δεσμά τους διακρίνεται η δραματικότητα της αφήγησης και η ρεαλιστική απόδοση της ζωής σε μια ηθογραφική ατμόσφαιρα, που διαπνέεται και από φιλοσοφική διάθεση. Τα σύντομα διηγήματά του, τα οποία δημοσιεύτηκαν στην αρχή στο περιοδικό Τέχνη του Κ. Χατζόπουλου και στον Νουμά, και που αργότερα κυκλοφόρησαν με τον τίτλο Κορφιάτικες ιστορίες, αποδίδουν με απλότητα και λιτότητα την κερκυραϊκή ζωή της εποχής, με εικόνες αδρές και σκληρές. Γεγονός είναι ότι υπήρξε επηρεασμένος από τον Νίτσε από την πρώιμη περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας, όταν έγραψε πεζογραφήματα όπως Το Πάθος (1899) και διηγήματα όπως το Πίστομα. Στη ποιητική του συγγραφή κυριαρχούν οι μεταφράσεις του Σαίξπηρ που απέδωσε έμμετρα την Τρικυμία, τον Μάκβεθ, τον Βασιλιά Ληρ και τον Οθέλλο. Επίσης μετέφρασε τα Γεωργικά του Βιργιλίου, τον Έρμαν και Δωροθέα του Γκαίτε, τον Φαίδωνα του Πλάτωνα, και από τη σανσκριτική τα: Σακούνταλα, Μαλαβίκα και Αγνημίτρα. Έγραψε επίσης και μερικά σονέτα που διακρίνονταν για τη λεπτότητα αισθήματος.
Ο Κ. Θεοτόκης γνωρίζοντας τον σοσιαλισμό, συμμετείχε επίσης στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας (1910-1914), ενώ παράλληλα υποστήριξε το κίνημα για τη χειραφέτηση των γυναικών.
Πέθανε στην Κέρκυρα σε ηλικία 51 ετών, τον Ιούλιο του 1923, από καρκίνο.
Μεστή γλώσσα, πληρότητα χαρακτήρων, εξαιρετικά διαλογικά και περιγραφικά μέρη. Το ιδεολογικό υπόβαθρο του Θεοτόκη, που είναι ενταγμένο σε όλα του τα έργα ειδικά σε τούτο το κύκνειο άσμα του, έχει κοινωνική κατεύθυνση ενώ δεν κουράζει καθόλου, δεν κάνει κατήχηση. Οι αρχές του νατουραλισμού ενώνονται με το αστικό μυθιστόρημα, πχ. δεν μπορώ να μην κάνω και κάποια σύγκριση με τον Καραγάτση (πόσο μου θύμισε η Ευλαλία την περίπτωση της Βούλας στο Γιούγκερμαν). Ένα μυθιστόρημα που περιγράφει άνθρωπους- σκλάβους, σκλάβους στο μυαλό τους, που δεν μπορούν να ξεφύγουν των κοινωνικών συνθηκών εξαιτίας του εαυτού τους. Ανθρωπους- σκλάβους που δεν κατανοούν πως η κοινωνική αλλαγή είναι πρώτα ατομική υπόθεση! Το αγάπησα!!!!
Το πιο βαθύ κι ενδιαφέρον πανόραμα της Κορφιάτικης κοινωνίας την εποχή που αρχίζει η άνοδος των αυτοδημιούργητων αστών και παράλληλα η παρακμή των αρχόντων.
Το βιβλίο έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, μιας και η πρώτη του μορφή τιτλοφορείται ΑΛΚΗΣ ΣΩΖΩΜΕΝΟΣ στις σημειώσεις του Θεοτόκη, ενώ η δεύτερη (που εκδόθηκε το 1922) ονομάστηκε ΠΕΡΙΤΤΗ ΘΥΣΙΑ.
Κεντρικός ήρωας, και φωτεινό παράδειγμα ιδεολογικής καθαρότητας ο διανοούμενος σοσιαλιστής Άλκης Σωζόμενος, που οραματίζεται μια κοινωνία ισότητας, ισονομίας και δικαιοσύνης. Προφανώς alter ego του ίδιου του Θεοτόκη που, αν και από αριστοκρατική οικογένεια, ανήκε στο Σοσιαλιστικό Όμιλο της Κέρκυρας.
Απέναντί του ο αυτοδημιούργητος γιατρός Αριστείδης Στεριώτης, που σώζει μεν τη ζωή του Άλκη αλλά δε διστάζει να εκβιάσει τον αριστοκράτη Αλέξανδρο Οφιόμαχο με τα χρέη που έχει, για να παντρευτεί την κόρη του κι έτσι να ανέλθει κοινωνικά.
Και τέλος, ο ίδιος ο Οφιόμαχος, που αντιπροσωπεύει το χθες και την αριστοκρατία που δεν κοπιάζει, δεν προσπαθεί, δεν επινοεί, αλλά ανανεώνει τον πλούτο της μεσω προίκας των συζύγων και αδυνατεί να εναρμονιστεί με τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις
Με κούρασε πολύ, το ύφος του, οι απίστευτες επαναλήψεις των ιδίων φράσεων, ξανά και ξανά και ξανά.. Εάν ήταν μισό σε μέγεθος θα ήταν πολύ, πολύ καλύτερο. (τρία αστεράκια, τα οποία στην πραγματικότητα είναι δυόμισι)
Η γενική εντύπωση που αποκομισα είναι θετική. Είναι ολοφανερη η πρόθεση του Θεοτόκη να δείξει τον ηθικό ξεπεσμο της αριστοκρατικης κοινωνίας και τις κοινωνικές αλλαγές που συντελουνται στο ταξικο μωσαικο.
Αρκετά δυνατό αφηγηματικά. Η ώσμωση του αφηγητή με τις σκέψεις του ήρωα γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο σε βαθμό που να μην καταλαβαίνει ο αναγνώστης πώς ρέουν οι σελίδες...Οι μονόλογοι της Αιμιλίας Βαλσάμη μου θύμισαν πολύ τους μονολόγους της Μαντάμ Μποβαρύ. Αναμενόμενο ίσως αν σκεφτεί κανείς ότι ο Θεοτόκης μετέφρασε το έργο από τα γαλλικά, αν κι όχι ολόκληρο. Επίσης, το γεγονός ότι το τελευταίο κεφάλαιο είναι μια επανάληψη του πρώτου στο μεγαλύτερο μέρος του, συντελεί στο να κλείσει ο αφηγηματικός κύκλος τέλεια. Ως προς το θέμα του βρήκα ότι το μυθιστόρημα αυτό είναι πιο αστικό από όσα έχουν προηγηθεί. Πώς αλλιώς εφόσον οι αστοί ήρωές του μεσουρανούν ανάμεσα στους ξεπεσμένους γαιοκτήμονες και τους ταλαιπωρημένους εργάτες/χωρικούς. Παρότι η ταξική πάλη μεταφέρεται σε πάλη των φύλων δεν βρίσκω ότι υπάρχει διάθεση στράτευσης ή προπαγάνδας υπέρ της μιας ή της άλλης θέσης. Νομίζω ότι οι Σκλάβοι όπως κάθε καλό έργο τέχνης θέτει πολύ έντεχνα τα ερωτήματα, κοινωνικά και μη, παρά τα απαντά δείχνοντας προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.
Έργο πρωτοποριακό για την εποχή του, σήμερα κουράζει τον αναγνώστη με τις πολλές επαναλήψεις και την εμφανή και εμφατική στράτευσή του. Αξίζει, πάντως, να το διαβάσει κανείς για τη ζωντανή ατμόσφαιρα της εποχής, που αποδίδεται με όλη της την υποκρισία, απόλυτα ρεαλιστικά και με φανερή δηκτική διάθεση. Σε ορισμένες στιγμές, μάλιστα, η αφήγηση απογειώνεται, ιδίως στην περιγραφή της παράνομης σχέσης της Αιμιλίας Βαλσάμη με τον μικρότερο γιο της ξεπεσμένης οικογένειας των Οφιομάχων. Στης σκηνές αυτές οι λόγος γίνεται πιο φυσικός, ρέει αβίαστα και αναδεικνύει όλη την πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, δημιουργώντας απόλυτα ζωντανούς και πιστευτούς χαρακτήρες.
"Αλλά τι ωφελεί το να στρέψει κανείς τα μάτια στα οπίσω, θαμπωμένος από μια παράλογη αγάπη για μια μικρή γωνία της γης μας, ή να αδιαφορεί κανείς για όλα, με πατροπαράδοτη απαισιοδοξία, όταν οι καιροί μας στενεύουν απ' όλα τα μέρη κι αποζητούν μίαν κοινή προσπάθεια, μίαν κοινή εργασία σπουδαία και μεγάλη, ένα έργο λυτρωμού;.. Σε μια στιγμή σαν τούτη, όταν σύγνεφα τρικυμίας σηκώνονται σ' όλα τα μέρη, πάνωθε από ένα γερασμένον κόσμο, πώς θα μπορεί να μείνει ο τόπος τούτος αδιάφορος;".
Ένα μυθιστόρημα του Κ. Θεοτόκη που έχει κυρίως σαν θέμα του τον ξεπεσμό της παλαιάς αριστοκρατικής τάξης, στις αρχές του 20ου αιώνα και τον καταδικασμένο από την αρχή αγώνα του πατέρα της οικόγενειας των Οφιομάχων, κόντε Αλέξαδρου Οφιομάχου, να αντιπαλέψει με τα χρέη που κινδυνεύουν να πνίξουν την οικογένειά του.
Η αρχή του μυθιστορήματος είναι πολύ καλή και μας κρατάει σε αγωνία για το αν θα σωθεί τελικά ό γιος της κυράς-Φωτεινής, Άλκης Σωζόμενος. Η υγεία του είναι εξαιρετικά ευαίσθητη, τελικά όμως τα καταφέρνει, προς ανακούφισην τόσο της μητέρας του, όσο και της Ευλαλίας, της κόρης του Οφιομάχου, που είναι ερωτευμένη μαζί του. Μια ακόμα εντυπωσιακή σκηνή είναι αυτή της δεξίωσης και του χορού που λαμβάνει χώρα στο σπίτι ενός βιομήχανου. Εκεί ξεσκεπάζονται όλα τα κόμπλεξ και βγαίνουν στη φόρα πολλά άπλυτα της τοπικής κοινωνίας.
Μαθαίνουμε για την πλούσια Αιμιλία Βαλσάμη, που είναι παντρεμένη και ο άντρας της δεν έχει πολύ καιρό ζωής. Αυτό δεν την εμποδίζει να συνάψει ερωτική σχέση με τον γιο του Οφιομάχου, Γιώργη, με την ανοχή του άρρωστου συζύγου της. Ο γιατρός, Αριστείδης Στεριώτης, που στο πρώτο κεφάλαιο κουράρει τον Άλκη, παρουσιάζεται σαν ένας στυγνός και επιφανειακός άνθρωπος, που εκτός από τις ιατρικές του έρευνες είναι έτοιμος να κάνει και πολιτική σταδιοδρομία. Ο Άλκης ακολουθεί τα σοσιαλιστικά ιδανικά του πατέρα του, μέσα σε μια κοινωνία όμως που δεν φαίνεται έτοιμη να τα αποδεχτεί.
Ο γιατρός εποφθαλμιά την Ευλαλία, η οποία δεν τον θέλει καθόλου, καθότι ερωτευμένη με τον Άλκη. Τα χρεή σφίγγουν την οικογένεια, ο Στεριώτης με την οικονομική επιφάνειά του, αν και προέρχεται από ταπεινή οικογένεια, υποσχέται στον πατέρα Οφιομάχο ότι θα τακοτοποιήσει τα χρέη της οικογένειας, με τον όρο να παντρευτεί την Ευλαλία.
Ο πατέρας της Ευλαλίας είναι ένας άτολμος άνθρωπος που κατηγορεί συνεχώς τη γυναίκα και τα παιδιά του και λόγω κακοδιαχείρησης βρίσκεται μέσα στα χρέη. Χαρακτηριστικές είναι οι συναντήσεις με τον τοκογλύφο, στο γραφείο του, όπου σηκώνει συχνά τη ματιά του, περιμένωντας ίσως από τα κάδρα των παλιών προγόνων του να ζωντανέψουν και να δώσουν λύση στα προβλήματά του. Κάτι τέτοιο δεν γίνεται και πιέζει αφόρητα την κόρη του να παντρευτεί τον για��ρό, τον οποίο ούτε ο ίδιος δε πολυθέλει για γαμπρό εξαιτίας της ταπεινής καταγωγής του, μόνο και μόνο για να ξεχρεώσει την οικογένεια. Αυτή ύστερα από αφόρητη πίεση, υποκύπτει.
Τα πράγματα όμως αντί να καλυτερεύσουν πηγαίνουν όλο και χειρότερα. Η Ευλαλία είναι αδιάφορη προς τον άντρας της, ο Άλκης πικραμένος προσωπικά και ιδεολογικά φεύγει στο εξωτερικό, ο Γιώργης χωρίζει την χήρα Αιμιλία Βαλσάμη και δεν την παντρεύεται. Αυτό επιφέρει ένα ντόμινο με την Αιμιλία να έχει σκοπό της να καταστρέψει τους Οφιομάχους, μπλέκοντας ερωτικά με τον γιατρό Στεριώτη, που σταματά να διαχειρίζεται τα χρεή της οικογένειας της γυναίκας του. Ο μικρότερος γιος της οικογένειας των Οφιομάχων, Σπύρος, προσπαθεί μάταια να διοριστεί και η μικρή αδερφή του, Λουίζα, ερωτεύεται τον γιο ενός τραπεζίτη με αποτέλεσμα, κατά τον Αλέξανδρο Οφιομάχο, να χάσει την τιμή της και να μην θέλει αυτός να ακούσει καν για εκείνην.
Το τέλος θυμίζει αρχαία τραγωδία. Ο Άλκης επιστρέφει στα πάτρια εδάφη, άρρωστος, η Λουίζα επιστρέφει στο σπίτι της, χωρίς να παντρευτεί τον γιο του τραπεζίτη, ο Σπύρος αυτοκτονεί λόγω των χρεών και ο πατέρας Οφιομάχος τρελαίνεται. Παρά την τραγική κατάληξη, η αγάπη της Ευλαλίας και του Άλκη είναι συγκινητική και αποτελεί τησταθερά του μυθιστορήματος.
Βέβαια η αλήθεια είναι πως σε κάποια σημεία, η πλοκή γίνεται κάπως ανιαρή, ενώ οι περιγραφές και η ενδελεχής ανάλυση της όλης κατάστασης κουράζει κάπως, σε ορισμένα σημεία τουλάχιστον. Ο πεσιμισμός και η ψυχωπλακωτική ατμόσφαιρα παρακμής και αδιεξόδου είναι έντονα στοιχεία του βιβλίου, οπότε σίγουρα δεν συνιστάται για όσους θέλουν πιο χαρούμενα αναγνώσματα.
Από άποψη λογοτεχνικής δομής και ανάλυσης, θα χαρακτήριζα αρκετά πρωτοποριακό το μυθιστόρημα. Ο Θεοτόκης μας βάζει μέσα στον ψυχισμό πολλών χαρακτήρων, του πατέρα Οφιομάχου, του Άλκη, της Ευλαλίας, του γιατρού, ακόμα και της Αιμιλίας Βαλσάμη, αφού παρακολουθούμε πρωτοπρόσωπα τις σκέψεις των πολυάριθμων χαρακτήρων του μυθιστορήματος. Μου άρεσε πολύ το γεγονός ότι κατά το μεγάλυτερο μέρος, το πρώτο και το τελευταίο κεφάλαιο είναι ίδια, κάτι που αποτελεί ίσως ένα φιλοσοφικό σχόλιο του συγγραφέα για την κυκλική πορεία της ζωής.
Οι Σκλάβοι Στα Δεσμά Τους είναι το μεγαλύτερο βιβλίο του Θεοτόκη, το οποίο μάλιστα γράφτηκε εντός ενός χρονικού διαστήματος δέκα χρόνων. Παρακολουθούμε τις ζωές των Οφιομάχων και μερικών ανθρώπων που συνδέονται με αυτούς. Η οικογένεια των Οφιομάχων, το όνομα των οποίων φέρει αίγλη στην κοινωνία, πλέον βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση, με τον πρεσβύτερο της οικογενείας, Αλέξανδρο, να προσπαθεί να βρει τρόπο να σώσει την οικογένειά του από τα χρέη προκειμένου να μην ντροπιάσει το όνομά τους.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι εξαιρετικός. Κάθε πρόσωπο που εισάγεται στην ιστορία περπατά τον δικό του Γολγοθά, κρατώντας τα προσωπικά του βάρη. Κύριο πρόβλημα όμως αποτελεί το χρήμα. Οι Οφιομάχοι αποτελούνται από τον Αλέξανδρο, τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά τους. Και οι έξι αναγκάζονται να προβούν σε πράξεις που δεν επιθυμούν, καθώς η οικονομική κατάσταση της οικογένειας απαιτεί θυσίες από όλους. Θυσίες που αφορούν τόσο υλικά αγαθά όσο και συναισθήματα. Στο τέλος υποκύπτουν όλοι στα δεσμά τους, αυτά στα οποία τους έχει δέσει η κοινωνία στην οποία ζουν. Από αυτά δεν γλυτώνουν ούτε οι πλούσιες αριστοκρατικές ούτε οι φτωχές λαϊκές οικογένειες.
Ένα πολύ ωραίο στοιχείο είναι οι ιδεολογικές συζητήσεις που κατάφερε να συμπεριλάβει ο συγγραφέας στην ιστορία. Σε ένα μόνο κεφάλαιο λογομαχούν πολλοί χαρακτήρες της ιστορίας σχετικά με το τι πρέπει να γίνει στην Κέρκυρα ειδικότερα και στην Ελλάδα γενικότερα αναφορικά με την πολιτική κατάσταση. Αριστερές και δεξιές ιδέες καταγράφονται μαεστρικά, δεμένες αρμονικά με προσωπικές ανησυχίες του κάθε χαρακτήρα.
Κάποιες φορές συνάντησα επαναλαμβανόμενες σκηνές που ίσως θα μπορούσαν να περιττεύουν. Ως εκ τούτου, το βιβλίο θα μπορούσε να είναι μικρότερο, καθώς η υπόθεση της ιστορίας αυτή καθ’ αυτή δεν είναι πολύ εκτενής.
Έχει γίνει ταινία το 2008 με σκηνοθέτη τον Τόνη Λυκουρέση αλλά ο θεατρικός λόγος τον οποίο περιέχει το βιβλίο, με τους εκτενείς μονολόγους του, με έκανε να θέλω να το δω μεταφερόμενο και στο σανίδι.
Στο Οι σκλάβοι στα δεσμά τους ο Θεοτόκης αναπαριστά με ζωγραφική ακρίβεια και δραματικότητα την υλική και ηθική παρακμή του κόσμου της αριστοκρατίας στις αρχές του 20ού αιώνα και τα νέα ήθη της αστικής τάξης. Διηγούμενος την τραγική ιστορία της ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας των Οφιομάχων στηλιτεύει τη νωθρότητα και την αγκύλωση της Κερκυραϊκής κοινωνίας. Κάθε μέλος της είναι σκλαβωμένο στην κοινωνική του θέση - η γνώμη του κόσμου ωθεί τους ήρωες να παίρνουν βεβιασμένες, λανθασμένες αποφάσεις και να καταστρέφουν, εν τέλει τη ζωή τους... Στη σκληρή αυτή πραγματικότητα κερδισμένοι βρίσκονται οι αυθάδεις αστοί: οι μεν αριστοκράτες αναπολούν περασμένα μεγαλεία και αρνούνται να δουλέψουν, οι δε σοσιαλιστές είναι υπερβολικά αδύναμοι και ασθενικοί, ανίκανοι να διεκδικήσουν τον ιδεατό κόσμο που ονειρεύονται. Έρωτες ανεκπλήρωτοι και διαλυμένοι, πάθος, εκδίκηση και θάνατος κυριαρχούν στο έργο, καταπλακώνοντας τις ευαίσθητες και άπραγες ψυχές... Η γλώσσα του Θεοτόκη υποβλητική μέσα από τις επαναλήψεις της, επιτείνει την αίσθηση της κοινωνικής πίεσης... Οι περιγραφές και οι μονόλογοι μας καθιστούν άθελα μας συμπάσχοντες και συμμέτοχους σε αυτή την τραγωδία... Έργο αντάξιο της παγκόσμιας λογοτεχνικής σκηνής κατά τη γνώμη μου, αν και πολύ μελαγχολικό φυσικά...
Βρισκόμαστε στην Κέρκυρα όπου συναντάμε την οικογένεια Οφιομάχων. Ο πατέρας της φαμίλιας ο Αλέξανδρος αποφασίζει να παντρέψει την κόρη του Ευλαλία με τον γιατρό Στεριώτη. Αν και η καρδιά της κοπέλας ανήκει στον Άλκη αποφασίζει να παντρευτεί τον γιατρό για να βγει η οικογένεια της από το οικονομικό αδιέξοδο.
Σαν θέμα το βιβλίο δεν μου κέντρισε πολύ το ενδιαφέρον καθώς είναι μία χιλιογραμμένη υπόθεση που την συναντάμε σε άπειρα αναγνώσματα. Αυτό που μου άρεσε είναι οι εξαιρετικές περιγραφές και ο τρόπος που δημιούργησε ο συγγραφέας τα πρόσωπα της ιστορίας. Αυτό πιστεύω που θα μείνει σ' έναν νέο αναγνώστη είναι η σχέση που δημιουργείται όταν μπαίνει σαν κύριος μοχλός εξουσίας το χρήμα.
Ο Άλκης αντιπροσωπεύει το αγαθό και το όμορφο ενώ ο Αλέξανδρος είναι ταγμένος στον υλικό πλούτο καθώς θεωρεί ότι αυτό μπορεί να τον βοηθήσει σε όλες τις φάσεις της ζωής του. Τα ερωτήματα είναι Πόσο υπόδουλοι γινόμαστε με το χρήμα; Πόση χαρά μπορεί να μας προσφέρει; Κι αν τελικά το χρήμα είναι η δύναμη γιατί όσοι το έχουν αυτοκαταστρέφονται;
Δεν είναι παράξενο που το μυθιστόρημα αυτό είναι από τα μεγαλύτερα του τόπου. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι το πώς, χωρίς να κουράζει, ο Θεοτόκης έχει το χάρισμα να σου μεταδίδει πλήρως το κλίμα της στιγμής, τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών, με τρόπο που δεν καταλαβαίνεις πώς κυλάνε οι σελίδες. Περιγράφει πότε λακωνικά πότε σε περισσότερες γραμμές, αλλά πάντα τέτοιες που θέλουν να υπογραμμιστούν. Δεν βρίσκεις κάποια απάντηση στις σελίδες του βιβλίου, δεν υπάρχει κάποια νότα αισιοδοξίας, παρά μόνο το ότι είμαστε αναπόφευκτα όλοι σκλάβοι στα δικά μας δεσμά.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Η αστική κοινωνία της Κέρκυρας των αρχών του 20ου αιώνα σκιαγραφείται επιδέξια από τον συγγραφέα. Έμφαση δίνεται στην ξεπεσμένη οικογένεια των Οφιομάχων της οποίας τα μέλη είναι σκλάβοι στα δεσμά τους, δεσμά οικονομικά, κοινωνικά, αισθηματικά που τους οδηγούν σε αδιέξοδα και λάθη που τα πληρώνουν με πόνο. Σκλάβοι όμως στα κοινωνικά δεσμά φαίνεται να είναι και τα περισσότερα μέλη της τοπικής κοινωνίας όπως τα περιγράφει ο συγγραφέας με λυρικότητα, κάπως κουραστικά σε ορισμένες περιγραφές του αλλά και με μαεστρία σε άλλες στιγμές
Από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια, το μυθιστόρημα με κέρδισε τόσο με την πλοκή του όσο και με τη γλώσσα του — παρότι πιο απαιτητική, έχει μια γοητεία και μια μουσικότητα που ταιριάζει απόλυτα στην εποχή και στο ύφος του Θεοτόκη. Η αφήγηση ζωντανεύει την Κέρκυρα των αρχών του 20ού αιώνα, με τις κοινωνικές δομές, τις ταξικές εντάσεις και τις οικογενειακές συγκρούσεις που καθορίζουν τις ζωές των ηρώων.
Αυτό που με συγκίνησε ιδιαίτερα είναι η αντίθεση ανάμεσα σε όσα φαίνονται σημαντικά στην αρχή — η τιμή, το χρήμα, η κοινωνική εικόνα, ο σεβασμός του κόσμου — και σε όσα τελικά αποδεικνύονται ουσιαστικά: η αποδοχή και η αγάπη της οικογένειας, η θυσία και η ίδια η ζωή. Η οικογένεια Οφιομάχων στην αρχή πιστεύει ότι η οικονομική καταστροφή και ο κοινωνικός ξεπεσμός είναι η χειρότερη μοίρα, όμως το τέλος δείχνει πως αν είχαν αποδεχθεί την κατάσταση με αξιοπρέπεια, πολλά θα είχαν αποφευχθεί.
Το τέλος το βρήκα εξαιρετικό — πικρό και συγκινητικό, αφήνει μια αίσθηση κάθαρσης και βαθύ προβληματισμό για τις ανθρώπινες αξίες και την κοινωνική υποκρισία. Είναι ένα έργο που επιβεβαιώνει γιατί ο Θεοτόκης θεωρείται από τους σπουδαιότερους Έλληνες πεζογράφους: συνδυάζει κοινωνικό ρεαλισμό με ανθρωπιά και ηθικά διλήμματα που παραμένουν διαχρονικά.
το μεγάλο προσόν του βιβλίου δεν είναι τόσο η πλοκή του, όσο η απεικόνιση χαρακτήρων, ιδίως των δευτερευόντων τριγύρω από την αριστοκρατία της Κέρκυρας: ο κοινωνικός δαρβινιστής γιατρός, ο ποιητής, ο πολιτικός, οι παλιές ερωμένες του Οφιομάχου που τώρα κάνουν τοκογλυφία. Επίσης εντυπωσιακές είναι οι περιγραφές του, ακόμα και στα ρούχα των γυναικών. Παραδόξως, αυτό που ξενίζει σήμερα περισσότερο είναι η γλώσσα του: η επτανησιακή δημοτική δεν αντέχει τόσο καλά στον χρόνο, καταπώς φαίνεται. Ακούγεται ελαφρώς κακόηχη
Το μυθιστόρημα σατιρίζει την παρακμή της αριστοκρατίας στην Κέρκυρα των αρχών του 20ού αιώνα. Η ιστορία ακολουθεί την οικογένεια Οφιόπουλου που προσπαθεί να επιβιώσει οικονομικά. Η κόρη, Ευλαλία, αναγκάζεται να παντρευτεί έναν πλούσιο αστό για τα λεφτά, ενώ ο αδελφός της, Άρης, συγκρούεται με την υποκρισία της κοινωνίας. Ο Θεοτόκης δείχνει πώς όλοι οι χαρακτήρες είναι "σκλάβοι" των κοινωνικών συμβάσεων και της οικονομικής ανάγκης. Σύσταση:Έχει χαρακτήρες που θα αγαπήσετε και θα μισήσετε
Η θλιβερή πραγματικότητα του προηγούμενου αιώνα. Που όμως συναντάται και στις μέρες μας με διαφορετικό τρόπο. Ο τίτλος είναι σπουδαίος γιατί χαρακτηρίζει με ακρίβεια τους ήρωες του βιβλίου. Υπερβολική ένταση στους διαλόγους. Ελλειπής (κατά τη γνώμη μου) περιγραφή χαρακτήρων. Δεν μου άρεσαν οι επαναλήψεις φράσεων, προτάσεων και ολόκληρων παραγράφων.