Ο Θέμος Κορνάρος ήταν Έλληνας συγγραφέας, κριτικός δημοσιογράφος και πεζογράφος, που πρωτοεμφανίστηκε με το ψευδώνυμο "Εργάτης" στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι».
Γεννήθηκε στο χωριό Σίβα Μεσαράς της Κρήτης το 1906 και μεγάλωσε φτωχικά. Εγκαταστάθηκε σε νεαρή ηλικία στην Αθήνα για να εργαστεί και παρακολούθησε μαθήματα στο πανεπιστήμιο. Ενώ δούλευε ως εργάτης στο κτίσιμο του Εθνικού Θεάτρου γνωρίστηκε με τον Φώτο Πολίτη, ο οποίος πήγε να επιθεωρήσει τις εργασίες. Ο τελευταίος εντυπωσιάστηκε πολύ με τα πεζογραφήματά (1933) του «Άγιον Όρος: Οι Άγιοι Χωρίς Μάσκα» και «Σπιναλόγκα» που τον ενθάρρυνε ώστε να τα εκδώσει. Τα έργο όμως σχετικά με το Άγιον Όρος απαγορεύθηκε από την εισαγγελία. Συνέχιζε να δουλεύει ως εργάτης ενώ κατά τη διάρκεια της κατοχής ανέπτυξε αντιστασιακή δράση μέχρι το 1944 οπότε συνελήφθη από τους Γερμανούς και κλείστηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, όπου και βασανίστηκε.
Με την απελευθέρωση της Ελλάδας αποφυλακίστηκε, καταδικάστηκε όμως γρήγορα σε φυλάκιση δύο ετών για το κείμενό του Αγύρτες και κλέφτες στην εξουσία, που στρεφόταν κατά του τότε Μητροπολίτη Μεσολογγίου Ιερόθεου.
Εξορίστηκε στον Αη Στράτη έως το 1952. Το 1959 συμμετείχε στην ελληνική αντιπροσωπεία για τους εορτασμούς στο Πεκίνο για τα δέκα χρόνια στην εξουσία του Μάο Τσετούνγκ. Συνεργάστηκε με αρκετά λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, με την εφημερίδα Αυγή, ενώ συνέχισε να εκδίδει καινούρια πεζογραφήματα και ταξιδιωτικά ημερολόγια.Στη δεκαετία του '60 έστησε εκδοτικό,προσπαθώντας να δώσει στον λαό φθηνό και καλό βιβλίο. Αυτό τον οδήγησε σε οικονομική καταστροφή. Για να ζήσει, γύριζε από γραφείο σε γραφείο και πουλούσε τσιγάρα. Αυτοαπομονώθηκε και απέφευγε συστηματικά να βλέπει παλιούς γνώριμους. Πέθανε από την πείνα τον Απρίλιο του 1970, σε ένα άθλιο υπόγειο και σχεδόν κανείς δεν έμαθε για το θάνατο και την κηδεία του
Στην κεντρική πλατεία του πατρικού του χωριού υπάρχει η προτομή του. Απεβίωσε στην Αθήνα τον Απρίλη του 1970. Ενταφιάστηκε στην Κρήτη.
Ψάχνοντας στην παλιά βιβλιοθήκη του παππού μου, έπεσα πάνω στη 'Σπιναλόγκα', ένα μικρό αλλά άκρως περιεκτικό βιβλίο το οποίο περιγράφει τη ζωή των λεπρών στο νησί με τρόπο ωμό, δίχως να ωραιοποιεί την κατάσταση που επικρατούσε.
Οφείλω να ομολογήσω πως ο τρόπος γραφής του συγκεκριμένου βιβλίου δεν είναι ιδιαίτερα περίτεχνος, ωστόσο αυτό δεν εμποδίζει καθόλου την αφήγηση αλλά ούτε και την απόλαυσή της. Αντίθετα, της προσδίδει έναν τόνο οικειότητας, καθώς ο αναγνώστης νιώθει πως πράγματι διαβάζει το ημερολόγιο ενός λεπρού και βρίσκεται μπροστά στις σκηνές που διαδραματίζονται.
Οι εικόνες που περιγράφονται στην 'Σπιναλόγκα' είναι συνταρακτικές. Τρομακτικές. Ίσως κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πραγματικά την οδύνη των ανθρώπων που έζησαν εκεί, ωστόσο ο Κορνάρος, ο οποίος δεν χαρίζεται σε τούτο το βιβλίο και επιλέγει την εντελώς ωμή παρουσίαση της κατάστασης, αποτυπώνει με σπαρακτική ζωντάνια τον πόνο και τη λαχτάρα για ζωή των ανθρώπων αυτών.
Είναι σίγουρα ένα βιβλίο το οποίο σε βοηθά να εκτιμήσεις τη ζωή όπως είναι και να είσαι ευγνώμων που την έχεις, τη στιγμή που τόσοι και τόσοι άνθρωποι δεν είχαν την ευκαιρία να ζήσουν και να απολαύσουν τη δική τους.