Ένα παιδί ακολουθεί την οικογένειά του από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα κατά την Κατοχή, και πίσω πάλι. Η βέρα του κυρ-Θωμάρα δε βγαίνει από το δάχτυλό του, κι έτσι βγαίνουν τα μαχαίρια. Τα ψέματα των νεκρών που έθαψαν ζωντανή τη Λεμονιά, κι η αλήθεια της. Ο μύθος ενός Βούλγαρου πρίγκιπα που λένε ότι στοιχειώνει τον κάμπο. Κι η απάντηση του μπαρμπα-Γκόγκα όταν τον ρωτούν ποιος ήταν ο καλύτερος φονιάς του. Η εξέγερση της Δράμας το 1941 φέρνει σκληρά αντίποινα από τις βουλγαρικές δυνάμεις Kατοχής, που φτάνουν ως ένα μικρό χωριό στον κάμπο των Σερρών.
Οκτώ ιστορίες που συνδέονται, σε μια περίοδο αφώτιστη. Η κοφτερή ματιά του απλού χωρικού διασταυρωμένη με τον παγγαιορείτικο μύθο.
ΜΙΣΟΣ ΛΥΚΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΦΟΝΙΑΣ ΤΟ ΑΔΕΛΦΟΜΟΙΡΙ Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΟΛΟΥ ΛΙΜΟΝΟΒΑ Η ΒΕΡΑ ΤΣΟΥΛΗΘΡΑ
Ένα πολύ δυνατό και ιδιαίτερο βιβλίο από έναν συγγραφέα ορχήστρα. Καθημερινές ιστορίες απλών ανθρώπων από τη σχετικά άγνωστη Βουλγαρική Κατοχή του 1941-44, γραμμένες σε αυθεντική και εξαιρετικά προσεγμένη ντοπιολαλιά, τέτοια που καμιά φορά έχεις άγνωστες λέξεις, αλλά πάντα καταλαβαίνεις χωρίς κενά από τα συμφραζόμενα. Με κοφτή και μεστή αφήγηση, ο Πάσχος σε πετάει απότομα στα βαθιά ενός σκληρού, εμπόλεμου κόσμου, όπου οι χωριανοί αλλάζουν από ανάγκη ή από δόλο στρατόπεδα, αδέλφια χάνονται, άντρες εκτελούνται, παιδιά πουλιόνται, και γυναίκες γίνονται αντικείμενα καθημερινής εκμετάλλευσης. Εντυπωσιάζει η αμεσότητα του λόγου και την ίδια στιγμή η ωριμότητα και η ζωηράδα του λεξιλογίου του. Οι ήρωες των διηγημάτων (τα οποία σχετίζονται χαλαρά μεταξύ τους, αφού τα περισσότερα διαδραματίζονται σε ένα συγκεκριμένο χωριό) διαθέτουν μια ντόμπρα, σχεδόν μακρυγιαννική αμεσότητα ή οποία δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να πει πολλά σε λίγες κάθε φορά σελίδες, ενίοτε μάλιστα να καλύψει ολόκληρες καμένες ζωές, ακολουθώντας τες και μετά τον πόλεμο. Δεν υπάρχει ιστορία που να μην αξίζει τον αναγνωστικό χρόνο κάθε απαιτητικού αναγνώστη, αλλά προσωπικά ξεχώρισα την Ουρά του Διαόλου, τη Βέρα, τη Λιμόνοβα και το Βαρκολάκ. Όλες πολύ σκληρές, όλες με πολύ δυνατές σκηνές, όλες με ανθρώπινα γρέζια. Ειδικά στη Λιμόνοβα έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα αλλαγή αφηγητών χαρακτήρων, ενώ το Βαρκολάκ είναι ένα από τα καλύτερα και πιο άγρια διηγήματα του είδους του. Και ένα σχόλιο για τον συγγραφέα με τα τόσα πρόσωπα: Θες φάνταζυ ή τρόμο; Ο Πάσχος έχει δημοσιεύσει. Θες επιστημονική φαντασία; Ο Πάσχος υπογράφει σε σημαντικά αγγλόφωνα περιοδικά διηγήματα γραμμένα απευθείας στα αγγλικά. Θες σύγχρονη ρεαλιστική λογοτεχνία με πρωτοποριακή αφήγηση; Ο Πάσχος έχει κυκλοφορήσει το «Μετά Βίας» (Bell, 2019), μην το χάσεις. Θες ιστορικό και ντοπιολαλιά; Ο Πάσχος βγάζει τώρα το Αδελφομοίρι. Αν αυτό δεν είναι συγγραφική δεινότητα, τότε δεν ξέρω τι είναι. Πολλή και τίμια δουλειά σίγουρα. Πραγματικά υποκλίνομαι.
Οκτώ διηγήματα που εξελίσσονται στη Μακεδονία τη περίοδο της Βουλαγαρικής κατοχής. Όπου εδώ η κατοχή δεν ήταν απλά στρατιωτική. Εδώ μετοικίσαν Βούλγαροι, έβγαλαν τον κόσμο από τα σπίτια του, πήραν τα χωράφια του, κι ύστερα πάλι ξεσπιτώθηκαν για να γυρίσουν πίσω στα χωριά τους.
«Τον λέω, τουτα δώ δεν είναι ξενο βιος; Και πριν απ’ αυτούς αλλουνού ξένο βιός ήταν. Θκού μας μπορεί. Ναι αλλά ‘μείς τα πήραμε απ αυτούς.»
Αυτά τα ξέρατε; Εγώ πάντως ομολογώ πως όχι. Για τα ντράβαλα της Δράμας ξέρατε; Εγώ ούτε γι αυτά ήξερα. Και να που μέσα από διηγήματα υψηλής λογοτεχνικής αξίας ο Αντώνης Πάσχος μας γνωρίζει Βούλγαρους και Γκρούτσκους, εξαρχικούς, κουμούνια, φασίστες, βασιλικούς, στρατιώτες πατριωτικού μετώπου, κατσαπλιάδες, συμμορίτες, κομιτατζήδες, μαυραγορίτες, Βούλγαρογραμμένους, ένα συνοθύλευμα ανθρώπων που βασανίζουν και βασανίζονται, αγωνίζονται να φάνε, να ερωτευτούν, να υπάρξουν σ ένα κόσμο φρικτό όπου βασιλεύει η βία, όπου οι άνθρωποι επιστρατεύουν τα πιο σκληρά τους ένστικτα για να επιβιώσουν. Και μ έναν περίεργο τρόπο, ενώ η Ιστορία είναι πάντα στο φόντο, η λογοτεχνία ειναι αυτή που πρωταγωνιστεί. Μέσα από τις μικρό ιστορίες, τους ήρωες, τον τρόπο γραφής του Πάσχου, τις τεχνικές αφήγησης που χρησιμοποιεί, την ντοπιολαλιά - που τόσο εμπλουτίζει τη γλώσσα μας, και τόσο ζωντανεύει τους ήρωες. Το διήγημα Λιμόνοβα, μια έκπληξη. Για την σοκαριστική ιστορία αλλά κυρίως για την τεχνική της αφήγησης. Ένας προχωρημένος Φωλκνερ. Για αυτό και μόνο ελπίζω να δω το Αδελφομοίρι στις μικρές λίστες των κρατικών βραβείων, ίσως και στην κορφή.
Εξαιρετική συλλογή που άξιζε όλο τον χαμό που είχα δει από γνωστούς. Οι ιστορίες πολύ δυνατές, η ατμόσφαιρα άψογη. Πολύ παράξενη, σε γενικές γραμμές με πολύ καλό τρόπο, η επιλογή του να μην χρησιμοποιηθούν σημάνσεις διαλόγου, κάτι που έδινε έντονα την αίσθηση (σε συνδυασμό με τη ντοπιολαλιά) ότι ακούς τον παππού να σου λέει ιστορίες. Στην Λιμόνοβα μόνο δεν μου δούλεψε ιδιαίτερα και μου φάνηκε πως το έκανε πιο χαοτικό με τρόπο που δεν το βοήθησε. Μόνο φάουλ για μένα στην αναγνωστική εμπειρία ήταν το ελλιπέστατο γλωσσάρι στο τέλος, το οποίο είχε περίπου το 60% μόνο των λέξεων τις οποίες δεν αναγνώριζα. Αναγκάστηκα πολλές φορές να διακόψω την ανάγνωση για να ψάξω έναν όρο στο ίντερνετ, μόνο και μόνο για να μην βρω κανένα αποτέλεσμα και να αγνοήσω απλώς τη λέξη ή να περιμένω κάνα δυο διηγήματα ακόμα για να καταλάβω από τα συμφραζόμενα. Πέραν τούτου, πραγματικά είναι ένα βιβλίο το οποίο έχω ήδη προτείνει σε αρκετό κόσμο και που θα μείνει μαζί μου για καιρό. Ευφυέστατο, γεμάτο συναίσθημα και γερές ρίζες, και σίγουρα ένα ανάγνωσμα που μου επιβεβαιώνει ότι θα τσεκάρω δουλειές του Αντώνη Πάσχου με πολύ ενθουσιασμό στο άμεσο μέλλον.
8 μικρές ιστορίες από τη Μακεδονία, στην περίοδο της Βουλαρικής κατοχής.
Το ύφος είναι αυτό που θα περίμενε κανένας, με σκληρές παραστάσεις και εκατέρωθεν ωμότητες. Ωραίο στοιχείο ότι οι χαρακτήρες είναι γκρίζοι, χωρίς να χωρίζονται σε καλούς και κακούς, και η οπτική γωνία ποικίλλει (άλλες φορές από την ελληνική μεριά, και άλλες από τη Βουλγάρικη). Ένα μικρό μειονέκτημα είναι ότι δεν υπάρχει διαφοροποίηση στο ύφος μεταξύ των ιστοριών. Η γλώσσα ακολουθεί την ντοπιολαλιά, χωρίς όμως να είναι δύσκολη ή να κουράζει.
Ένα λιγότερο διάσημο, άλλα όχι λιγότερο ποιοτικό Γκιακ - προσωπικά το βρήκα ακόμα καλύτερο.
Μου άρεσε περισσότερο όλων το "Λιμόνοβα" όπου οι οπτικές γωνίες μπλέκονται με εξαιρετική τεχνική, ωραία αφήγηση στην "Τσουλήθρα" - σε δύο χρόνους, και δυνατές ιστορίες στο ομώνυμο διήγημα και στο τελευταίο (με τον τίτλο στα Βουλγάρικα).
Υπέροχη συλλογή, γραμμένη σε σερραϊκή ντοπιολαλιά που την κάνει ακόμη καλύτερη. Μου άρεσε ιδιαίτερα που οι ιστορίες σχετίζονται μεταξύ τους και συναντάς πού και πού τα ίδια πρόσωπα. Ιδιαίτερα ξεχωριστό η Λιμόνοβα που στην πρώτη ανάγνωση με ξένισε και στη δεύτερη με ξετρέλανε. Επίσης, ανατριχιαστικό το τελευταίο με τίτλο върколак κ για μένα το καλύτερο.
Σκληρό αναγνωσμα. Με ταλαιπώρησε και η ντοπιολαλιά κι έχανα τα νοήματα. Έπρεπε το γλωσσάρι να είναι περισσότερο εμπλουτισμένο και να υπάρχει και μια μικρή Εισαγωγή ιστορικού περιεχομένου.