(Ως γνωστόν) η Λένα Διβάνη γράφει πολύ έξυπνα και συμπυκνωμένα όταν πρόκειται για ιστορικά, κοινωνιολογικά, ψυχολογικά σχόλια, δεν μπορώ να πω όμως ότι κατέχει την τέχνη της γραφής, τουτέστιν δεν σε στέλνει, δεν χάνεσαι στους χαρακτήρες της και στις ζωές τους.. Πάντα βλέπεις το πρόσωπο της ολοκάθαρα πίσω από τα γράμματα και πάντα ο στόχος της είναι εμφανής: να σου δώσει τροφή για σκέψη, να σε ξυπνήσει -και να εντυπωσιάσει βεβαίως-, πάντως όχι να ζωντανέψει ένα παράλληλο σύμπαν.
Αυτά ισχύουν και για αυτό το βιβλίο, το οποίο πάντως είναι το καλύτερό της από όσα έχω διαβάσει (επιφυλάσσομαι για το Ένα πεινασμένο στόμα). Μου άρεσε πολύ το παιχνίδι που έκανε στο τέλος με τις οπτικές γωνίες των προσώπων, ηθοποιών στην ίδια μεγάλη παράσταση που λέγεται Ζωή. Μερικά χρόνια νωρίτερα θα κοίταζα τα γεγονότα των τελευταίων σελίδων λίγο ειρωνικά, τι Φώσκολος μας ξεφύτρωσε θα έλεγα, πλην όμως όσο περνάει ο καιρός συνειδητοποιώ ότι διόλου απίθανα δεν είναι. [Αν ψάξει κανείς τι ιστορίες υπάρχουν μέσα στην κάθε οικογένεια, κι αν τις αποτύπωνε στο χαρτί, θα τις κοίταζε και δεν θα τις πίστευε ούτε ο ίδιος]. Το μελό λοιπόν κρίνεται στο πώς θα γραφτεί κάτι κι όχι στο τι είναι αυτό. Ε, εδώ ακροβατεί, αλλά όχι σε επικίνδυνο βαθμό, ας μην γινόμαστε και τόσο λεπτολόγοι, κι αυτό επικίνδυνο είναι.
Προσωπικά - κι αυτό πραγματικά δεν ξέρω αν έχει γενική βάση ή αν είναι λόξα δική μου- θεωρώ ότι εκεί προς το τέλος η φόρα-φούρια της συγγραφέως για το γκραν φινάλε παρασέρνει τον αναγνώστη πάνω από τα αναχώματα-επιβραδύνσεις που εκείνη έχει τοποθετήσει. "Να δω τι γίνεται στο τέλος επιτέλους, και μετά το ξαναδιαβάζω με την ησυχία μου" είναι η σκέψη που κυριαρχεί στις τελευταίες τριάντα σελίδες κι αυτό με χάλασε. Επίσης μια σκέψη που μου πέρασε στην αρχή του βιβλίου είναι μήπως είναι παρωχημένο λόγω θέματος-χαρακτήρων: Δυο σαραντάρηδες, κάτοικοι εξωτερικού την εποχή των παχιών αγελάδων περνούν κρίση ζωής στην αυγή του μιλένιουμ -τη στιγμή που οι σημερινοί σαραντάρηδες περνούν κρίση επιβίωσης.
Κι όμως, όσο και να διαφέρουν τα δεδομένα των εποχών, τα θεμελιώδη ερωτήματα που απασχολούν τον κάθε άνθρωπο (το ποιος είναι, τι θέλει, πού (τον) πάει η ζωή του, πόσο καθαρά βλέπει και τελικά αν είναι ευτυχής) είναι ερωτήματα διαχρονικά και καλό είναι να υπενθυμίζονται.