Ήταν μια μικρή ροδακινιά, που δώριζε τα πρώτα της ροδάκινα στον ήλιο. «Παρ' τα», του 'λεγε και γελούσε. «Παρ' τα. Σ' αγαπώ». Οι κάργιες κάθισαν όλες μαζί με φούρια στα τρυφερά κλαδιά της. Λίγο ακόμα και θα τα 'σπαζαν. «Έρωτας!» φώναξε η Ατόπη και έκανε έναν κύκλο γύρω από τη ροδακινιά. «Έρωτας!» Ύστερα, σηκώθηκαν ξαφνικά από το δέντρο και ακολούθησαν ένα άλλο τσούρμο μαυροπούλια, που έτρεχε κατά τη Δύση, πλάι σε κάποιο σταχτοκίτρινο σύννεφο. «Σαν τι να μοιάζει αυτό το σύννεφο!» σκέφτηκε η Ατόπη. Κι η Σανωτία, που πετούσε δίπλα της και διάβαζε κάθε της σκέψη, γύρισε απότομα και την κοίταξε. «Περίεργο σύννεφο, ε; Έχει το σχήμα της φυγής». «Σαν να τρέχει για να σωθεί. Ποιος το κυνηγάει;» «Τρέχει κανείς με τόση φούρια μόνο όταν τον κυνηγάει ο εαυτός του. Κανείς άλλος δεν κυνηγάει τόσο επίμονα, τόσο ύπουλα». «Κι είναι η φυγή σωτηρία;» «Είναι ποτέ η φυγή σκοπός;» «Οχούου! Παράτα με με τους σκοπούς σου! Υπάρχει πάντοτε η μαγεία του ταξιδιού... Υπάρχουν πάντοτε τα μεσημέρια της φυγής...».
Γεννήθηκα στο Νιο Χωριό, πολύ κοντά στα Χανιά. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος. Η μάνα μου, ονειροπόλα... Όσο ήμουνα παιδί, η οικογένειά μου περνούσε δύσκολες έως τραγικές καταστάσεις. Έτσι, αναγκάστηκα να ψάχνω από τότε τα μονοπάτια της φυγής. Εκείνη την εποχή μιλούσα με τα δέντρα, τις κάργιες που φώλιαζαν στα κυπαρίσσια του κήπου μας, τους θάμνους και τις πέτρες. Μου άρεσε, ακόμη, να φέρνω στο μυαλό μου διάφορες λέξεις και ν` ανακαλύπτω το χρώμα και τη μυρουδιά τους.
Τελείωσα τη Γαλλική Σχολή κι ύστερα ήρθα στην Αθήνα με τ` όνειρο ν` αλλάξω τον κόσμο. Άρχισα τις επαναστάσεις και τις ανατροπές και το μόνο που κατάφερα ήταν να σπάω συνεχώς τα μούτρα μου. Ευτυχώς που όλα έγιναν έτσι ακριβώς όπως έγιναν. Χαλάλι. Είδα, έμαθα κι ένιωσα τόσα πολλά!
Όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα ν` αλλάξω τον κόσμο, είπα: εντάξει, θ` αλλάξω τον εαυτό μου. Πολύ το διασκέδασα που την πάτησα κι εκεί. Τελικά σκέφτομαι, προς το παρόν δηλαδή γιατί πάντα το ψάχνω, πως επανάσταση είναι να `χεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά· να επιμένεις, ν` αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μην τη μολύνεις με το πέρασμά σου.
Όσο για το γράψιμο, έγραφα από παιδί. Το πρώτο μου γραφτό ήταν ένα ραβασάκι στο Θεό. Η αλήθεια είναι πως, όταν μεγάλωσα αρκετά, έκανα φιλότιμες προσπάθειες να μην μπλεχτώ στα γρανάζια της λογοτεχνίας. Φοβόμουνα μήπως κάποια μέρα αυτή η ιστορία με καπελώσει. Μάταιος κόπος! Φαίνεται πως μερικοί γεννιούνται με τούτη την περίεργη διαστροφή στο κεφαλάκι τους. Τουλάχιστον με παρηγορεί το γεγονός, πως το καπέλο μου δε μου `κρυψε ποτέ τα μάτια και τ` αφτιά μου.
"Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα ντουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου το θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται."
Όσοι έχουν διαβάσει Παπαδάκη, γνωρίζουν ότι τα έργα της συγγραφέως συνήθως αποτελούνται από δύο μέρη - το "λυρικό" και το "ρεαλιστικό". Στο λυρικό μέρος, η συγγραφέας τείνει να προσωποποιεί τα διάφορα στοιχεία της φύσης, π.χ. τον άνεμο, τα πουλιά, τα λουλούδια, τα δέντρα κλπ, τα οποία παρατηρούν και σχολιάζουν τις ζωές των ηρώων του μυθιστορήματος και θέτουν διάφορα ερωτήματα που αφορούν στην ανθρώπινη φύση. Προσωπικά, εγώ προτιμώ το ρεαλιστικό κομμάτι των έργων της, τα οποία για μένα αποτελούν ψυχογραφικά αριστουργήματα. Σε αυτό το συγκεκριμένο μυθιστόρημα όμως κυριαρχεί το "λυρικό" στοιχείο, αφού πρωταγωνιστές είναι ενα κοπάδι από κάργιες οι οποίες παρατηρούν από ψηλά τους ανθρώπους προσπαθώντας να εξιχνιάσουν τα μυστήρια της ανθρώπινης φύσης.
Να είχα, λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα... Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‘κανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα... Να ‘ρχόντανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα ντουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου το θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται. Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; Μιαν αγάπη λέω, σαν αλάνα. Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ.
Αν και η Παπαδάκη είναι μια από της αγαπημένες μου συγγραφείς το συγκεκριμένο βιβλίο με κούρασε. Η γραφή της όπως πάντα πολύ καλή και η ιστορία πρωτότυπη καθώς το λες και ένα βιβλίο με μικρά διηγήματα που δένουν όλα με πρωταγωνίστριες τις κάργιες. Όταν μιλούσαν οι καργιες ήταν λίγο κουραστικό αλλά οι ιστορίες που εξιστορούσανε ήταν όλες καλές και σε βάζουν να σκεφτείς τι περνάει ο κάθε άνθρωπος.
Μία παρουσίαση των όμορφων και άσχημων πτυχών του ανθρώπου μέσα από τη σκοπιά εξωτερικών παρατηρητών, κάργιων, οι οποίες διηγούνται, σκέφτονται, συζητούν... Έχει κάτι η γραφή της Αλκυόνης Παπαδάκη που με χαλαρώνει και με ταξιδεύει.
“Να είχα, λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα... Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‘κανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα... Να ‘ρχόντανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα ντουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου το θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται. Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; Μιαν αγάπη λέω, σαν αλάνα. Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ.”