Η Ζωή και ο Θάνατος του Καραβέλα θεωρείται το καλύτερο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και ένα από τα σημαντικότερα της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Η ρεαλιστική αντιμετώπιση και η δράση των ηρώων ξεσκεπάζει το μέγεθος της κακίας που μπορεί να κυριεύσει μια κλειστή κοινωνία. Όλες οι ενέργειές τους πηγάζουν και κατευθύνονται από κακία, χυδαιότητα και απληστία. Στόχος του Θεοτόκη δεν είναι να καταδικάσει τον Καραβέλα και τον περίγυρό του, αλλά να δικαιολογήσει στον αναγνώστη τον ξεπεσμό τους και να πονέσουν γι' αυτόν.
Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα και υπήρξε γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, τα μέλη της οποίας ασχολήθηκαν με την πολιτική και τη διπλωματία ήδη από τον 14ο αι.. Παρακολούθησε στο Παρίσι φιλολογία, μαθηματικά, ιατρική και χημεία, χωρίς ωστόσο να λάβει κανένα δίπλωμα. Εκτός όμως της γαλλικής γλώσσας σπούδασε αγγλική, γερμανική, ιταλική και λατινική, καθώς και σανσκριτική. Έτσι πολύγλωσσος από νεαρά ηλικία, ασχολήθηκε πέραν της πεζογραφίας με τη μετάφραση και την ποίηση. Σε ηλικία 19 ετών έγραψε στη γαλλική το πρώτο του έργο, το «Η ζωή των ορέων», που δημοσιεύθηκε και από τον Ερμή της Γαλλίας.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στη Κέρκυρα, στον εξοχικό πύργο των Καρουσάδων. Συνδέθηκε με τον ποιητή Μαβίλη και προσχώρησε από τους πρώτους στο κίνημα του δημοτικισμού. Από τότε φαίνεται ότι ασπάστηκε τις πρώτες σοσιαλιστικές ιδέες, από τις οποίες και διακρίνονται τα έργα του. Συμμετείχε στην επανάσταση της Κρήτης το 1896 ως εθελοντής και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 στη Θεσσαλία, επικεφαλής δικού του σώματος. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έλαβε ενεργό μέρος στο κίνημα της Θεσσαλονίκης. Τότε και απώλεσε ολόκληρη την προικώα περιουσία του στην Αυστρία (1917) οπότε και αναγκάσθηκε να δουλέψει αναλαμβάνοντας το γραφείο λογοκρισίας παντός εντύπου και αλληλογραφίας, θέση που διατήρησε για λίγο χρόνο.
Στην ελληνική λογοτεχνία η πεζογραφία του Κ. Θεοτόκη είχε σημαντική προσφορά. Στα εκτενή διηγήματά του: Η τιμή και το χρήμα, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Ο κατάδικος και Οι σκλάβοι στα δεσμά τους διακρίνεται η δραματικότητα της αφήγησης και η ρεαλιστική απόδοση της ζωής σε μια ηθογραφική ατμόσφαιρα, που διαπνέεται και από φιλοσοφική διάθεση. Τα σύντομα διηγήματά του, τα οποία δημοσιεύτηκαν στην αρχή στο περιοδικό Τέχνη του Κ. Χατζόπουλου και στον Νουμά, και που αργότερα κυκλοφόρησαν με τον τίτλο Κορφιάτικες ιστορίες, αποδίδουν με απλότητα και λιτότητα την κερκυραϊκή ζωή της εποχής, με εικόνες αδρές και σκληρές. Γεγονός είναι ότι υπήρξε επηρεασμένος από τον Νίτσε από την πρώιμη περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας, όταν έγραψε πεζογραφήματα όπως Το Πάθος (1899) και διηγήματα όπως το Πίστομα. Στη ποιητική του συγγραφή κυριαρχούν οι μεταφράσεις του Σαίξπηρ που απέδωσε έμμετρα την Τρικυμία, τον Μάκβεθ, τον Βασιλιά Ληρ και τον Οθέλλο. Επίσης μετέφρασε τα Γεωργικά του Βιργιλίου, τον Έρμαν και Δωροθέα του Γκαίτε, τον Φαίδωνα του Πλάτωνα, και από τη σανσκριτική τα: Σακούνταλα, Μαλαβίκα και Αγνημίτρα. Έγραψε επίσης και μερικά σονέτα που διακρίνονταν για τη λεπτότητα αισθήματος.
Ο Κ. Θεοτόκης γνωρίζοντας τον σοσιαλισμό, συμμετείχε επίσης στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας (1910-1914), ενώ παράλληλα υποστήριξε το κίνημα για τη χειραφέτηση των γυναικών.
Πέθανε στην Κέρκυρα σε ηλικία 51 ετών, τον Ιούλιο του 1923, από καρκίνο.
Toν εκοίταξε μια στιγμη με συμπονετικό βλέμμα και του χαμογελασε με την ακρη του χειλιού της και του ΄πε -Δύστυχε Και η όψη του Καραβέλα εξαστέρωσε μεμιας, ένας αναστεναγμός παρηγοριάς εβγήκε απο τα στήθη του, εκοίταξε για πολλή ωρα τη Μαρία και το μάτι του εδάκρυσε
______________
Δεν ξερω τι άλλο να πω για τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη, τον αγαπώ απο μικρό παιδι, οταν ειχα διαβάσει Οι σκλαβοι στα δεσμά τους, ειναι τοσο διορατικος, τοσο ευφυης τοσο αληθινος στη γραφή του, τοσο αξεπέραστος. Τον θεωρω απο τους πιο υποεκτιμημένους συγγραφεις της γενιας του, και αρκετα ανωτερο των "σταρς" της λογοτεχνικής εκεινης γενιάς.
Η ζωη και ο θανατος του Καραβελα, που τον τιτλο του τον γνωριζα απο την ερτ - μου φαινεται πως εχει γυριστει σειρα και θα ασχοληθω να την ψαξω τωρα που τελειωσα αυτο το καταπληκτικο βιβλιο -μιλαει για εναν ανθρωπο μοναχικο που του τα παιρνουν ολα. Εχει ομως κι αυτος το μεριδιο ευθυνης του. Οταν ειμαστε νεοι θεωρουμε τους εαυτους μας αφθαρτους, αιωνιους, εχουμε την αλλαζονεια της νιοτης και της ρωμης, ετσι και ο Καραβελας ειχε σπιτι ειχε γυναικα δεν ηταν ευχαριστημενος ηθελε κι αλλα και ποσο αδυναμοι ειμαστε μπροστα στην κολακεια που λεει κ ο Ντοστογιεφσκι - συμβαινουν διαφορα πραγματα και τα χανει ολα με τον ενα ή τον αλλο τροπο, με τη μια ή την αλλη εννοια, γυρνωντας πισω βλεπει (ή, θα επρεπε να δει) οτι δεν υπαρχει πιο αληθινο πραγμα απο την οικογενεια, οτι δεν πρεπει ν απλωνεις το χερι σου εκει που δεν σε παιρνει, ολα αυτα ο Θεοτοκης δεν μας τα λεει, περισσότερο παραθετει τα γεγονοτα σαν Ιησους με μια παραβολή, κι ο αναγνωστης βγαζει τα δικα του ελευθερα συμπερασματα, θα ηθελα τοσα ακομη να γραψω αλλα δεν θελω να ξεπερασω τη γραμμη των σποιλερς. Ο Θεοτοκης δεν σκιαγραφει μονοδιαστατους χαρακτηρες. Κανενας ανθρωπος δεν ειναι καλος ή κακος. Ολοι, οπως ολοι μας, ειμαστε κραματα. Ειμαστε μίξεις με άπειρες αποχρωσεις.
Γενικα λατρεψα την καθε σελιδα. Με εκανε να σκεφτω πολλά.
Μoυ θυμισε τον παππου των παιδιων μου, που ποτέ δεν τα μαλωνει όταν κανουν σκανταλιά, αλλά οποτε θελει να τους δειξει οτι κατι εχουν κανει λάθος σκαρφιζεται μια ιστορια για ενα φανταστικό παρομοιο συμβαν και μεσα απο την αφηγηση τα παιδια μου βγαζουν το διδαγμα και μαθαινουν τι ειναι το σωστο απο μονοι τους, για να το πραξουν την επομενη φορά.
Μ αυτη την εννοια ο Θεοτοκης ειναι και καπως σωκρατικός. "Κανείς εκών κακός" αλλωστε
Αυτα και δεν μπορω ν αποκαλυψω αλλα, δυστυχως, γιατι οι σκεψεις μου απο την ωρα που το τελειωσα χθες βραδυ ειναι κουβαρι και πολύ θα το θελα.. Τοσες προεκτασεις σε ενα τοσο μικρο αφηγημα... τα ειλικρινή μου συγχαρητηρια.
___________
Ο ανθρωπος, ειπε πικρά ο Καραβέλας, που δεν εχει απογονο δικο του ειναι σαν το πουλι στο κλαρι! Ετσι κι εγω. Ξερω τι πρεπει και τι δεν πρεπει να καμω. Ξερω τι ειναι αυτο που θα με καμει να μετανιώσω...μα ο νους δεν οριζει παντα.. κι ο ανθρωπος δεν ακουει παντα την καλη του ορμηνεία, αλλά κάνει το αναποδο, αυτό που ξέρει πως θα του φερει κακό
Ωμή και τραγική περιγραφή της κατάντιας της ελληνικής κοινωνίας. Σκληρό, ρεαλιστικό και απαισιόδοξο μυθιστόρημα που αποτυπώνει τα χειρότερα χαρακτηριστικά του ελληνικού λαού: απληστία, σκληρότητα προς τα ζώα, πλαστή θεοσέβεια, χαιρεκακία, ζήλεια, μιζέρια...
Picked this up in a book shop in old town Corfu — figured I could read some early 20th century Corfiot lit while on the island. Honestly I got really into this one — perhaps because I could picture the rural hills and houses the book describes. Theotokis is a really vivid writer — the book is written almost like a play with a series of locationally-defined scenes. Each chapter is a closely narrated and temporally short vignette where characters enter and exit one location. Then there are time gaps between the chapters and any intervening action is hinted at through the characters dialogue. The characters are colorful and believable, as are their interactions with each other. I will put a content warning of sexual assault and sexism. The characters are a bit casual in their treatment of those topics although I think theotokis overall condemns the thoughts and habits of his characters through his portrayal. Overall, a gem of a book that I wasn’t expecting! I also really appreciated the translators notes and the corfiot history provided in the intro.
Ρεαλιστική ηθογραφία, με ανθρώπους γεμάτους πάθη. Καμία καλοσύνη... όλα στον βωμό ενός μίζερου συμφέροντος, και ο χαρακτηρισμένος κακός (ο Καραβέλας) δεν αντέχει όλη αυτή την κακία του κόσμου και αυτοκτονεί. "Και δεν πρέπει ποτέ οι άντρες να συγχύζονται, να χολοταράζονται, να φαρμακώνονται, να ποτίζονται χολές... α όχι! Ο θυμός άλλο πράμα, ο άνθρωπος κοκκινίζει, φωνάζει, κάνει, χτυπιέται και ξεθυμαίνει. Ουφ!... Η χολή άλλο, αυτή καθίζει μέσα στα σωθικά, συμμαζεύεται στην καρδιά του ανθρώπου, τηνε κιτρινίζει, σα φλερόνι, και τηνε σαπίζει!... Να τι κερδίζει ένας που χολεύεται... Εγώ παιδί μου, δεν χολεύομαι ποτέ, δεν είμαι, γλέπεις, εσωτερικός άνθρωπος, δεν έχω κακοσύνη, δε βαστάω μέσα μου το πάθος! όχι. Και τη γρηά μου, σαν εθύμωνα, την κοπάνιζα, α! την έδερνα κανονικά." "...παντού ναι ήταν πίκρες και στενοχώριες, μα η ζωή είχε φυλαμένο για καθένα κ' ένα χαμόγελο γλυκό, μιαν αγάπη, ένα έλεος, και μόνον αυτός σ' όλο το χωριό ήταν ορφανός κ' έρημος και μισημένος! Όλοι μπορούσαν να ζουν, όλοι να λησμονούν την πίκρα του θανάτου, και μόνος αυτός έπρεπε αδιάκοπα να συλλογίζεται το τέλος του, να παλεύει κάθε στιγμή με το Χάρο, γιατί σαν τον θάνατο ήτανε φαρμακερή η ζωή του."
Για πολλούς, το αριστούργημα του Κων/νου Θεοτόκη, μια νουβέλα η οποία θίγει την απανθρωπιά την οποία προκαλεί η δίψα της προσωπικής ιδιοκτησίας. Εξαιρετική είναι και η μεταφορά του έργου στην τηλεόραση στα μέσα της δεκαετίας του '90 απο την ΕΡΤ.
Ατόφιο δημιούργημα του νατουραλισμού. Οι χαρακτήρες, όπως αρμόζει σε χαρακτήρες του νατουραλισμού, είναι άνθρωποι ανήθικοι και φθονεροί. Δεν υπάρχει τίποτα ηρωικό, τίποτα αξιοθαύμαστο. Ηθογραφία που έγινε κλασική.
Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα είναι ένα μικρό σχετικά αφήγημα που περιγράφει τα σχέδια και τα καμώματα του κατοίκου ενός Κερκυραϊκού χωριού, με το παρατσούκλι Καραβέλας. Ο ιδιόρρυθμος αυτός άνθρωπος θα τύχει χλευασμού και κοροϊδίας από σχεδόν ολόκληρο το ύπολοιπο χωριό.
Οι κύριοι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι ο Αργύρης, ένας παχύς και φιλάσθενος μεσήλικας άνδρας, που είναι όμως ο αρχηγός της οικογένειας των Στατήριδων και κοιτάζει μόνο το κέρδος και το δικό του όφελος, ο άβουλος και αδιάφορος αδερφός του Γιάννης που υπακούει σε ό,τι του πει ο αδερφός του, η γυναίκα του Γιάννη, Μαρία, μία γυναίκα γλωσσοκοπάνα μα και αρκετά όμορφη, την οποία έχει λιμπιστεί ο Καραβέλας, και η Χρυσάνθη, η γυναίκα του Αργύρη, πολύ πιο χαμηλών τόνων από τη Μαρία, που όμως δεν διστάζει να τσακώνεται μαζί της αρκετά συχνά, με βασικό παράπονό της ότι στενοχωρεί τον άν��ρας της, τον Αργύρη.
Ο Θωμάς, γνωστός σε όλη το χωριό με το παρωνύμιο Καραβέλας (ο ίδιος δεν θέλει ούτε να το ακούει και εξαγριώνεται με όποιον τον αποκαλεί έτσι), στην αρχή του αφηγήματος χάνει τη γυναίκα του. Δεν είχε παιδιά μαζί της και καθότι ο ίδιος είναι ένας εύρωστος εξηντάρης σχεδιάζει να ξαναπαντρευτεί. Ξεγελιέται, όμως, από τον Αργύρη και δεν γράφει το σπίτι του στα ανήψια του, αλλά κάνει συμφωνία μαζί του για να του δίνει αυτός ένα ποσό και να εκμευταλλεύεται το διπλανό κτήμα.
Το αποτέλεσμα είναι να παγιδευτεί σε μια ζημιογόνα για τον ίδιο συμφωνία, ενώ τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα λόγω του έρωτα του για τη Μαρία. Η Μαρία τον κοροϊδεύει συνέχεια και τον περιπαίζει, αυτός προσπαθεί ανεπιτυχώς να τη βιάσει. Οι κοπέλες του χωριού επίσης τον φωνάζουν Καραβέλα, και μετά από κάποιο σημείο αρχίζει να τρελαίνεται. Ρίχνει ζιζάνια στο χωράφι των Στατήριδων, ενώ ενθαρρύνει τον γιο του Αργύρη, Ανδρέα να ικανοποιήσει τον έρωτα του με την ξαδέρφη του Αμαλία, για να εκδικηθεί με αυτόν τον τρόπο τον Αργύρη, που δεν θέλει να χαλάσει το συμβόλαιο μαζί του και τη Μαρία που τον περιπαίζει.
Το τέλος του Καραβέλα είναι φρικτό, αφού όταν βλέπει ότι δεν τον σηκώνει το χωριό, προσπαθεί ανεπιτυχώς να φύγει στην πόλη και να πάει σε ένα πτωχοκομείο. Επιστρέφει στο χωριό, όπου τα πράγματα δεν έχουν καλυτερεύσει και αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή του και να κρεμαστεί. Στο τέλος όλο σχεδόν το χωριό τον καταριέται και φτύνει το άψυχο σώμα του, τα παιδιά συνεχίζουν να γελούν μαζί του και τον θάβουν όπως όπως σε ένα απόμερο μέρος του νεκροταφείο, καθότι αυτόχειρας. Μόνο η αδερφή του και ο νοδάρος του χωριού (που επίσης έχει παράπονα από τις κόρες του, την Μαρία και την παπαδιά) φαίνεται να τον συμπαθούν.
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με το μυθιστόρημα, όμως δεν είναι άσχημο έργο σίγουρα, η ζωή στο χωριό περιγράφεται αρκετά παραστατικά από τον Θεοτόκη. Ορισμένες φορές κάποια καμώματα του Καραβέλα προκαλούν γέλιο. Σίγουρα όμως, παρά τα πειράγματα που υφίσταται, δεν μπορείς να τον συμπαθήσεις σαν χαρακτήρα όταν επιχειρεί να βιάσει τη Μαρία και πριν καλά-καλά πεθάνει η γυναίκα του αρχίζει να κάνει σχέδια για τη ζωή του, μετά τον θάνατό της. Όπως παρομοίως δεν μπορείς να συμπαθήσεις τους υπόλοιπους βασικούς χαρακτήρες, τον συμφεροντολόγο Αργύρη και την ψωροπερήφανη Μαρία.
Επιστροφή στον Κωνσταντίνο Θεοτόκη, με το βιβλίο που θεωρείται το καλύτερο πόνημα του Κερκυραίου συγγραφέα. Πρωταγωνιστής είναι ο Θωμάς (ή Καραβέλας, όπως τον φωνάζουν κοροϊδευτικά οι κάτοικοι του χωριού), ένας κάτοικος του χωριού, ο οποίος χάνει τη γυναίκα του. Ο Αργύρης, έχει βάλει στο μάτι το σπίτι του Θωμά και προσπαθεί να τον πείσει να το γράψει σ’ εκείνον αντί να το δώσει στα ανίψια του. Η υπόθεση περιπλέκεται, καθώς ο Θωμάς είναι ερωτευμένος με την Μαρία, την γυναίκα του αδερφού του Αργύρη, του Γιάννη. Η Μαρία, γνωρίζοντας πως ο Θωμάς την ποθεί, προσπαθεί κι αυτή να τον πείσει να γράψει το σπίτι στην οικογένειά της. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ο Θωμάς να γίνει δέκτης κοροϊδίας, να χάσει το σπίτι του και να απελπιστεί τόσο πολύ με τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν που θα αποφασίσει πρώτα να τους εκδικηθεί και έπειτα να βάλει τέλος στη ζωή του.
Για άλλη μια φορά βλέπουμε, μέσα από την κλασική λογοτεχνία, την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας παλαιότερων εποχών. Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε κάποιο χωριό της Κέρκυρας όμως οι χαρακτήρες μπορούν να συναντηθούν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας. Όλα τα πρόσωπα της ιστορίας, μηδενός εξαιρουμένου, είναι ανήθικοι ή έχουν κάποιο «αμαρτωλό» σκηνικό. Οικογενειακές έριδες, συκοφαντίες, απόπειρες βιασμού, αιμομιξίες, τραμπουκισμοί…Η ιστορία αυτή τα έχει όλα και τα έχει μοιράσει σχεδόν ισόποσα στους πρωταγωνιστές της.
Το πιο συγκλονιστικό χαρακτηριστικό του βιβλίου θεωρώ πως είναι η διαχρονικότητά του. Πρόκειται για μια ιστορία γραμμένη το 1923 και εκατό χρόνια μετά δεν συναντάται κάποια ουσιαστική διαφορά στην ελληνική κοινωνία. Στις ειδήσεις αλλά και στον περίγυρό μας, βλέπουμε και διαβάζουμε συχνά για περιπτώσεις ανθρώπων που οδηγούνται αποκλειστικά από τον εγωισμό και το συμφέρον τους, φιλοχρήματοι, ικανοί να προδώσουν φίλους και οικογένεια για μια κληρονομιά. Γέροι άνθρωποι που αφήνονται στο περιθώριο από τον περίγυρό τους, λες και η ζωή τελειώνει αυτόματα μετά από κάποια ηλικία.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Θεοτόκη, ομολογώ πως δεν ένιωσα καλά για κανέναν από τους χαρακτήρες. Ακόμα και ο Θωμάς, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο οποίος γίνεται «σάκος του μποξ» για τους κατοίκους του χωριού του, δεν δέχεται την περιφρόνηση του έρωτά του από την Μαρία και προσπαθεί να την βιάσει. Είναι σπάνιο ένα βιβλίο να είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης δεν μπορεί να «συνδεθεί» με κανέναν από τους πρωταγωνιστές. Ίσως όμως αυτό να είναι και το δυνατότερο σημείο του βιβλίου. Οι χαρακτήρες του είναι γραμμένοι ρεαλιστικά, βγαλμένοι από την πραγματική ζωή. Και στην πραγματική ζωή δεν είναι λίγες οι φορές που βρίσκεις τον εαυτό σου να αντιπαθεί τους πάντες.
Ένα βιβλίο αντιπροσωπευτικό δείγμα του ρεαλισμού και διαχρονικό. Περιγραφή της τότε κοινωνίας που σε κάποια θέματα θα μπορούσε να αφορά και τη σημερινή κοινωνία. Ο αναγνώστης περνάει απο διάφορα στάδια συναισθηματικής φόρτισης, απόγνωση, νεύρα, προβληματισμό και νομίζω αυτό είναι και το στοιχείο που το ξεχωρίζει. Σε αναγωγή σε ξένη λογοτεχνία θα μπορούσε να διαβαστούν βιβλία του Honore de Balzac που θεωρείται απο τους θεμελιωτές του ρεαλισμού και κινείται σε παρόμοια θεματολογία αναφορικά με την ψυχογραφία και ηθογραφία της κοινωνίας που όμως παραμένει διαχρονική.
Η ιστορία του Καραβέλα και των συγχωριανών του σε κάποιο χωριό της Ελλάδας στις αρχές του 20ού αιώνα. Η πιο καλή κριτική είναι ήδη γραμμένη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: "λάμπει και σήμερα προπάντων με τον αμείλικτο ρεαλισμό του".
."Τότε που είχε τη δύναμη, ποιός κοιτούσε να τον πειράξη; Οι άνθρωποι ήξεραν όλοι πως κ' εκείνος ημπορούσε να κάμη το κακό, αν ήθελε κ' οι άνθρωποι φοβούνται ο ένας τον άλλο, και μονάχα γι'ατό δεν τρώγονται σαν τους λύκους..."