Κάποιο μεσημέρι που έτρωγα μόνος μου στον Δημόκριτο, ένα εστιατόριο κοντά στο διαμέρισμά μου στην Αθήνα, εμφανίστηκες στην είσοδο του μαγαζιού και έριξες μια προσεκτική ματιά γύρω σου. Είχα τελειώσει το φαγητό μου και διάβαζα την εφημερίδα. Το βλέμμα σου με προσπέρασε όπως προσπέρασε και τους άλλους θαμώνες. Προσπάθησα να μετριάσω την απογοήτευσή μου. Συλλογίστηκα ότι είχαμε δώδεκα χρόνια να ιδωθούμε. Αναλογίστηκα όλες τις αλλαγές που είχε υποστεί στο διάστημα αυτό το πρόσωπό μου... Ατένισες για δεύτερη φορά την πελατεία. Με κοίταξες ξανά, πίστεψα ότι ήσουν έτοιμη να στραφείς στο διπλανό τραπέζι, αλλά το βλέμμα σου έμεινε επιτέλους σ' εμένα. Έκανες μερικά διστακτικά βήματα προς το μέρος μου. Σηκώθηκα για να σε υποδεχτώ. -Όπως βλέπεις, πήρα μερικά κιλά, σου είπα όσο πιο πρόσχαρα μπορούσα. Εσύ, που πάντα με έβρισκες υπερβολικά αδύνατο, που έκρινες ελλιπή τη διατροφή μου, μου απάντησες κάπως ξερά: -Το βλέπω.
«Με ρωτούν αν τα βιβλία είναι αυτοβιογραφικά. Δεν ξέρω. Έχει άραγε σημασία; Δεν θυμάμαι πια αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα κάποιες από τις σκηνές που έχω περιγράψει. Άλλες σκηνές, τις οποίες είμαι βέβαιος ότι έχω επινοήσει, δεν αποκλείεται να είναι απόηχοι πολύ παλιών αναμνήσεων. Αντιλαμβάνομαι τη μνήμη μου σαν ένα μπαούλο που περιέχει και πράγματα που έχω ξεχάσει.»
Ο Βασίλης Αλεξάκης με αυτό το μυθιστόρημά του πατάει πάνω στην πραγματικότητα, στην αλληλογραφία του με τη μητέρα του (στην οποία απευθύνεται στο βιβλίο), και μας περιγράφει διάφορες περιόδους της ζωής του στην Αθήνα, την Τήνο, τη Σαντορίνη, τη Γαλλία και την Αφρική, αλλά και διάφορα πρόσφατα γεγονότα (για το 2005 που γράφτηκε), όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Η γραφή του αν και απλή, σε παρασέρνει.
Δε μου άφησε την ίδια εικόνα όπως τα δυο προηγούμενα δικά του που είχα διαβάσει. (Μ.Χ. Και η πρώτη λέξη) Είναι ένας μακρύς μονόλογος-επιστροφή στο παρελθόν που απευθύνεται στην μητέρα του η οποία δεν είναι πια εν ζωή. Σκόρπια γεγονότα από την ζωή του συγγραφέα, της μητέρας του αλλά και της κοινής τους ζωής. Λίγο στενάχωρο, λίγο νοσταλγικό, λίγο από όλα. Δε ξέρω, ίσως εγώ δεν είμαι σε καλή φόρμα για διάβασμα τελευταία.
Ο Κυρ Βασίλης μας έχει απο χαιρετήσει, αλλά τα βιβλία του δεν μας έχουν ξεχάσει. Δηλαδή όχι όλους :κάποιους από μας. Οι περισσότεροι του συμπεριφερονται σαν κάτι βαρετό, σαν κάτι που δεν έχει πολύ ενδιαφέρον, αφού τα έργα του δεν έχουν την συναρπαστική πλοκή όπως πιστεύουν, ούτε τους συναρπαστικόυς ήρωες να σ αρπαξουν απο τα μαλλιά.
Τι να κάνουμε παιδιά, δεν χωράμε όλοι στην ίδια βάρκα. Σ αυτή την βάρκα χωράνε λίγοι και καλοί. Άλλοι πάνε για Τήνο κι άλλοι για Μεξικό. Εγώ λέω να τραβήξω για Τήνο. Εκεί άλλωστε ειναι ενα απο τα σπίτια που είχε ο συγγραφέας. Καλά, μην φανταστείς καμιά υπερπαραγωγή:ενα διαρακι με κουζίνα το πολύ, για να μπορεί να διευθετει τα θέματα του.
Εδω γράψουμε συνέχεια, εδω το θέμα μάς είναι η γλώσσα.
Κι ενώ η γλώσσα και τα βραβεία είναι με το μέρος του, η έμπνευση του, σ αυτό το βιβλιαράκι μάλλον τον εγκαταλειψε. Για πρώτη(;) φορά αυτοβιογραφειται, η μάλλον απευθύνει ενα μεγάλο γράμμα προς την μάνα του, με αποτέλεσμα να χουμε μια νερόβραστη σούπα, συμπαθητική μεν, αλλά νερόβραστη, και γενικά οχι κάτι αξέχαστο.
Κατα τα άλλα, θα τον ξεχνάμε και μεις κάθε μέρα, και θα τον θυμόμαστε καθε φορά που η γλώσσα θα μας κάνει τσαλιμακια.
Lille, Αθήνα, Τήνος ο Αλεξάκης; Μια απο τα ίδια κι εγώ. Μου ξύπνησε κάτι πολύ τρυφερό και προσωπικό, το οποίο με κράτησε συγκινημένη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Δίνω σε αυτό το βιβλίο τέσσερα αστεράκια, όχι για να εκφράσω το πόσο μου άρεσε, αλλά για να θαυμάσω το πώς κατάφερε να κρατήσει το ενδιαφέρον μου να το πάω ως το τέλος, αν και σε πολλά σημεία δε μου άρεσε. Για την ακρίβεια, μου προκαλούσε μια δυσάρεστη διάθεση η άρνηση του αφηγητή -που πιστεύω διαπερνά το κείμενο- να αποδεχτεί το θάνατο της νεκρής μητέρας του. Αυτή η διάθεση ενισχύθηκε πολύ στο τέλος, όταν την άρνησή του την παρουσιάζει ως αφοσίωση και τη συσχετίζει με την απάντηση φίλου του στη γυναίκα που τον αφήνει και του ζητάει να την ξεχάσει. Ο εν λόγω φίλος απαντά σε κείνη τη γυναίκα με τη φράση του τίτλου και ο συγγραφέας την επικαλείται για να δικαιολογήσει τη δική του άρνηση. Πρόκειται πιστεύω για δύο τελείως διαφορετικά βιώματα, να μην μπορείς να ξεπεράσεις έναν χωρισμό και να μην μπορείς να αποδεχτείς το θάνατο της μητέρας σου και δεν καταλαβαίνω καθόλου τη συσχέτισή τους από τον συγγραφέα.
Το ότι το διάβασα ως το τέλος, το αποδίδω εν τέλει εν μέρει στην περιέργεια και εν μέρει στην αφηγηματική του ικανότητα. Ναι, οφείλω να του αναγνωρίσω κάποια αφηγηματική δεινότητα, αν και υπήρξαν και πάλι σημεία που ένιωθα ότι χρησιμοποιήσε το τέχνασμά του (γράμματα στη νεκρή μητέρα) για να γεμίσει σελίδες με τις γνώσεις και εμπειρίες του από ταξίδια και τη διατύπωση των θέσεών του για πολιτικά και κοινωνικά τεκταινόμενα εντός και εκτός Ελλάδας.
Όσο για μια παρατήρηση φίλου μου στο Φατσοβιβλίο ότι δεν μπορεί κανείς να ονομάζει μυθιστόρημα ένα βιβλίο που το χτίζει με αυτοβιογραφικά κυρίως στοιχεία, θα έλεγα ότι δεν με πειράζει τελικά, αρκεί να το κάνει επιτυχημένα...
Ένα βιβλίο, όπως τα περισσότερα του Αλεξάκη, για την απώλεια. Δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας του, ο συγγραφέας ανοίγει μυθοστοριοποιημενα έναν διάλογο με την μνήμη, τη γλώσσα και την ταυτότητα. Αυτά τα λίγα που μας βαστουν σαν άγκυρες σε αλλοτινα λιμάνια.
"Je t'oublierai tous les jours" de Vassilis Alexakis (256p) Ed. Folio Bonjour les fous de lectures, voici une lecture qui me permet de valider la Grèce sur mon planisphère. Ce récit est la dernière conversation de Vassilis Alexakis avec sa mère disparue des années plus tôt. Il raconte... se souvient de son passé à ses côté mais lui relate aussi les évènements qui se sont produits depuis la disparition de celle-ci. Son but: lutter conte l'oubli Comme vous l'aurez compris, ce livre, présenté comme un roman, est en grande partie autobiographique est centré autour du personnage qu'est la mère de l'auteur. Y sont dévoilées, tout en pudeur, cette relation privilégiée entre cette mère et son fils, les relations plus complexes avec le père, l'époux, les métamorphoses de la Grèce, du monde depuis que la mère a disparu. Mais l'auteur en profite également pour tiré un bout du voile qui était posé sur sa vie. Il se raconte à cette disparue qui n'a cessé d'être à ses côtés Voici donc un récit tout en douceur et tendresse teinté d'un once d'humour. Une jolie dernière conversation, menée à u n rythme soutenu, d'un fils avec sa mère pour que rien ne s'oublie. Un très beau texte, plein de pudeur, qui est une réflexion sur le temps, sur les liens qui se distendent parfois, les incompréhensions, les non-dits, sur l'identité, la langue et la littérature.... sujets chers à l'auteur Très doux , très sensible .. j'ai beaucoup aimé et continuerai certainement à lire d'autres ouvrages de ce Vassilis Alexakis. Magnifique ! A propos de l'auteur: Né à Athènes, Vassilis Alexakis s'est installé à Paris en 1968 peu après le coup d'Etat des colonels grecs. Depuis le rétablissement de la démocratie dans son pays, il écrit aussi bien en grec qu'en français et a reçu le prix Médicis pour La langue maternelle.
J’avais beaucoup d’appréhension en commençant ce livre. Je m’attendais à une douleur du deuil vraiment forte, à quelque chose qui parlerait profondément de la perte d’un être cher, du manque, de l’abandon. Mais en réalité, le texte ressemble plutôt à un journal intime : l’auteur parle de lui-même en s’adressant à celle qu’il a perdue, comme si elle était encore présente. C’est un récit fragmenté.
Je pensais qu’il allait parler d’elle, de qui elle était, de leur lien, mais il parle surtout de lui à elle, et j’avoue que ça m’a un peu déçue. Je voulais ressentir une vraie douleur de deuil, mais il en parle très rarement. L’histoire raconte surtout sa vie après sa mort, avec quelques souvenirs ici et là, mais pour un livre censé montrer sa souffrance, ça reste assez discret.
Cela dit, le titre Je t’oublierai tous les jours est parfaitement cohérent avec le récit : on sent vraiment qu’il l’oublie un peu plus chaque jour, qu’il essaie de moins en moins de parler d’elle, même s’il l’évoque parfois. Et l’aspect “je m’adresse à toi” donne vraiment l’impression de lire un journal intime qui n’était pas forcément destiné à être publié, tellement l’auteur parle simplement, comme dans une conversation avec elle.
Pour moi, c’est une bonne lecture, mais je n’ai pas réussi à l’apprécier pleinement. J’ai trouvé ça un peu lassant au fil des pages. Je n’aime pas vraiment les récits fragmentés, avec des pensées jetées ici et là, et c’est pour ça que ça m’a un peu saoulée. J’aurais aimé aimer davantage.
Θα το χαρακτήριζα ως μυθιστορηματική αυτοβιογραφία και θα παραδεχτώ πως ίσως αξίζει και μισό αστεράκι επιπλέον, μόνο και μόνο επειδή είναι ο Αλεξάκης. Ο μονόλογος-αλληλογραφία προς τη νεκρή μητέρα είναι έτσι κι αλλιώς μια συναισθηματικά φορτισμένη κατάσταση, αν και σε σημεία μου φάνηκε πως το τραβάμε απ'τα μαλλιά προς χάριν του αριθμού των σελίδων. Ο Αλεξάκης ξέρει να αφηγείται. Και να αφηγείται καλά. Δεν μπορώ όμως να μ��ν αναφέρω ότι οι τόσες βιωματικές του περιγραφές, οι κοινωνικο-πολιτικές αναφορές και εξελίξεις καθώς και οι τοπικές-πολιτιστικές αρετές κομματιών της χώρας μας με κούρασαν λιγάκι.
Ναι, είναι ένα βιβλίο για τη μητέρα του συγγραφέα και για όλα όσα θα ήθελε να συζητούν αν ήταν ζωντανή... Δεν είναι κάτι παραπάνω από αυτό αλλά η γραφή του Αλεξάκη έχει μια αμεσότητα και μια ειλικρίνεια που με έλκει αφάνταστα.