Πόσο πραγματικό μπορεί να είναι ένα ταξίδι; Ποιοι περπατάνε με τα μάτια συνήθως κλειστά στη βροχή; Ποιο είναι το Νέο Πλήθος και ποιοι νομίζουν ότι στόχος σημαίνει ένα στρογγυλό πράγμα στον τοίχο, που του πετάς βελάκια; Ποια ήταν η αιτία του Μεγάλου Καβγά; Ποιοι είναι οι Λάτρεις του Δυσλεξικού Διαβόλου; Πήγε ποτέ η Βέρα στην Ανταρκτική; Θα βγουν ποτέ αυτά τα παιδιά από το διαμέρισμα; Κι αν όχι, γιατί; Κι αν ναι, έχει τελικά σημασία;
Ωραία γλώσσα, στρωτή αφήγηση και υπέροχα παρόν εκείνο το ρημάδι το show don't tell, που οι Έλληνες δεν το έχουν για καλό να το χρησιμοποιούν. Επίσης χαριτωμένοι χαρακτήρες.
Κι από πλοκή τι γίνεται ρε παιδιά. Υποθέτω ότι κάτι υπάρχει (η Βέρα επιστρέφει από το παράξενο ταξίδι της και τα γεγονότα οδηγούν στο παράξενο τα ξίδι της Στέφης) αλλά μου ήταν πολύ δύσκολο να την παρακολουθήσω μέσα σε τόσο αλκοόλ και κατάντια.
Ένα βιβλίο που δεν τελειώνει ποτέ.. Ούτε και αρχίζει τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα. Η ιδιάζουσα περίπτωση της πρωταγωνίστριας μας - Βέρας -μας περιγράφει το περιβάλλοντα χώρο της και τις ενδόμυχες σκέψεις της. Η κατακερματισμένη και ιδιότυπη οικογένεια της, η ιδιόρρυθμη παρέα της και η ζωή στο κοινόβιο διαμέρισμα τους, οι χαμένοι έρωτες και όνειρα της, πραγματικά πραγματοποιημένα και πραγματικά απραγματοποίητα ταξίδια της... Νοητική και μη. Ένα Σφηνάκι δρόμος ήταν το ταξίδι του βιβλίου μα μου άρεσε... Μια υπέροχη λεκτική ευδαιμονία! Με έκανε να σκεφτώ πως όλοι τρώμε τις φρίκες μας και σκαλώνουμε καμία φορά σε λασπόνερα. Μα όλα είναι μες το πρόγραμμα - άμα εμείς θέλουμε να το δούμε έτσι... Δεν είναι όλοι άνθρωποι, ήσυχοι και συνετοί- ευτυχώς,και επίσης δεν ξέρουν όλοι τι θέλουν από την ζωή τους... Οπότε συνεπώς ... Ψάχνονται. Καλή μας αναζήτησή λοιπόν! Ωραίο βιβλίο... Διαφορετικό.
Καλή γραφή. Όχι συγκλονιστική, αλλά πολύ υποσχόμενη για ντεμπούτο - σαφώς ανώτερη από μερικών σύγχρονων πρωτοεμφανιζόμενων που τα πρωτόλειά τους διαφημίζονται ως αριστουργήματα και μετά δεν τους ξανακούμε, επειδή η σχέση τους με τη λογοτεχνία ήταν καθαρά ευκαιριακή.
Όσον αφορά το περιεχόμενο, αυτό που το 1997 θα φάνταζε μια πιο ειλικρινής και λιγότερο αναχρονιστική απεικόνιση της αθηναϊκής νεολαίας από τις συνηθισμένες (edgy, με την τωρινή ορολογία), το 2016 που διάβασα εγώ το βιβλίο ήταν εικόνα εξοργιστική. Οι πρωταγωνιστές ένιωθαν υπαρξιακή αγωνία επειδή δεν τους έφταναν τα χρήματά τους για να πίνουν κάθε βράδυ και τρίτο ποτό στα χιπστερομπαράκια του κέντρου και έπρεπε να συνεχίζουν στο ιδιόκτητο διαμέρισμα μιας από την παρέα, σύνορα Κολωνακίου-Εξαρχείων. Κι ο αναγνώστης καλείται να συμπάσχει.