« Normalement, c'est dans les greniers des grand-mères qu'on découvre des secrets de famille. Pour moi, ce fut dans le garage de ma tante Fabienne. Les vacances d'été se terminaient et j'avais douze ans. Ma soeur m'a crié de venir à table. J'ai mangé. Ensuite, nous avons fait la vaisselle et mon frère a aidé mon oncle à poncer un plancher. Les mots dansaient devant mes yeux Il n'y a plus aucun doute à présent. J'ai fait le test. Paul revient de Turquie dans un mois. Il sera trop tard, alors, pour arrêter quoi que ce soit. je n'ai rien dit à Gilles. Viens me voir, Fabienne, viens vite. J'ai besoin de toi... C'était l'écriture de maman. La lettre était datée de juillet 1982. Huit mois avant ma naissance.»
Η θεματική των οικογενειακών μυστικών, των κρυμμένων αληθειών και της αναζήτησης της βιολογικής ταυτότητας είναι ήδη αρκετά τετριμμένη και το βιβλίο δεν καταφέρνει να της δώσει κάποια καινούργια διάσταση. Από πολύ νωρίς γίνεται εύκολο να καταλάβεις προς τα πού κατευθύνεται η ιστορία, ενώ οι αποκαλύψεις δεν έχουν τη δύναμη να αιφνιδιάσουν. Περίμενα περισσότερο μυστήριο και περισσότερες ανατροπές, αλλά η πλοκή προχωρά σχεδόν μηχανικά προς ένα αναμενόμενο τέλος. Ακόμη χειρότερα, οι χαρακτήρες είναι χάρτινοι. Η δωδεκάχρονη αφηγήτρια δεν αποκτά ποτέ πραγματική εσωτερική ζωή, ενώ οι ενήλικες γύρω της μοιάζουν περισσότερο με πιόνια που υπάρχουν για να υπηρετήσουν το μυστικό. Ούτε η αγωνία ούτε το συναίσθημα λειτουργούν πραγματικά. Μια ενδιαφέρουσα αφετηρία που καταλήγει σε μια επίπεδη, προβλέψιμη και τελικά άνευρη ιστορία.