Η ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου τα 'Ερωτικά,' δημοσιευμένη στα 1981, αποτελεί μία από τις πλέον αισθαντικές ποιητικές του συλλογές, που, εν προκειμένω, συντίθεται από την αίσθηση του ερωτικού 'πράττειν,' από τις συνδηλώσεις ενός συμβάντος που καθίσταται, και 'φορτισμένα' έναυσμα ανθρώπινης δημιουργίας, εγγράφοντας τους επι-γενόμενους όρους της 'αποκάλυψης'. Έτσι, το ερωτικό συμβάν δύναται να λάβει χώρα, ή αλλιώς, να υποστασιοποιηθεί πάνω σε ένα άγαλμα (στοιχείο που ενυπάρχει και στην ποιητική του Βαγγέλη Χρόνη), προσδίδοντας το 'μνήμη' και 'ιστορία,' και δη 'σωματική ιστορία,' νοηματοδοτώντας εκ νέου μοτίβα (που είναι οικεία στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου), όπως το αίμα και περαιτέρω το σπέρμα το οποίο γειώνει και ταυτόχρονα ανάγεται σε μία δυνάμει 'επαναστατική' πράξη, ενταγμένο στην τελετουργία του έρωτα που σημαίνεται γενεαλογικά: Ο έρωτας είναι η 'μνήμη' του παρόντος, κάτοπτρο με το οποίο δύναται να ιδωθεί το παρελθόν. Το ερωτικό συμβάν στον Ριτσικό ποιητικό λόγο, δεν συνιστά ένα 'άχρονο' και, σε ένα δεύτερο επίπεδο 'μεταφυσικό' συμβάν που εκλύει διαφόρων ειδών συναισθηματισμούς, προσιδιάζοντας σε μία ρομαντικής χροιάς, εξιδανίκευση. Αντιθέτως, θα αναφέρουμε ό,τι εντάσσεται εντός της εποχής κατά την οποία γράφονται και δημοσιεύονται τα 'Ερωτικά,' αποτελώντας εγχείρημα εναντίωσης στο πνεύμα του ηθικισμού όσο και του ατομικισμού ή αλλιώς, της ωφελιμιστικής θεώρησης του γίγνεσθαι, αρθρώνει το περίγραμμα της 'ενσάρκωσης' ή της δυνατότητας εκπλήρωσης του χρόνου, φέρει εκφάνσεις πόθου, 'μνήμη' και 'κυνήγι' μαζί, αφήνοντας να διαρρεύσει η προβληματική της 'ουσιαστικοποίησης' του. Υπό αυτό το πρίσμα, ο έρωτας ως 'επανάσταση' και ως αυτό που μένει να ειπωθεί , δύναται να αξιο-θεμελιώσει την ανθρώπινη ύπαρξη και παρουσία, ενέχοντας εγκλήσεις κοινωνικές, πολιτισμικές και βαθιά οντολογικές, καθιστώντας ευδιάκριτο το 'ίχνος' του, εάν όχι με την σχεδόν ερωτική κλήση της μητέρας στον νεκρό της υιό στον 'Επιτάφιο,' τότε, με τα συμφραζόμενα της επιτέλεσης: Ο έρωτας ως 'αγαθό.'