AKOY MHNYMA, AΓAΠH MOY. TPITH, 24 TOY ΓENAPH, ME ΠHPE TO ΛENIO AΠO TH MIΛATO ANAΣTATΩMENO, NA MOY ANAΓΓEIΛEI, TI ΘAPPEIΣ; ΠΩΣ O ΔYNATOΣ ANEMOΣ ΞEPIZΩΣE ENA ΔENTPO AΠO TON KHΠO MOY. O ANEMOΣ; ΠOIOΣ ANEMOΣ, ΞAΦNIAΣTHKA. TI NA 'NAI O ANEMOΣ, ΠOY TON ΞANAKOYΣA; ΔE BPIΣKOMAI XPONIA TΩPA KΛEIΣMENH MEΣA ΔΩ ME TOYTOYΣ TOYΣ ANΘPΩΠOYΣ; TOY MYΘIΣTOPHMATOΣ, ΛEΩ, ΠOY TEΛEIΩΣE AΠOΨE. TI; ΠΩΣ MΠHKE ΔΩ O ANEMOΣ KAI MOY TOYΣ ΠAIPNEI ΠANΩ AΠO TO TPAΠEZI ΠOY ΔE ΛEΩ NA ΞEKOΛΛHΣΩ, KATAΠONHMENH KAI TPOMAΓMENH, ΠΩΣ ETΣI KAI ΣHKΩΘΩ ΘA KOΠEI O ΛΩPOΣ, TOΣA XPONIA TΩPA ΠOY OI HPΩEΣ MOY KAI ΓΩ ANATINAZAME TPAΠEZEΣ, AMEPIKANIKEΣ BAΣEIΣ, KOPOIΔEYAME TOYΣ MΠATΣOYΣ, EKMETAΛΛEYOMAΣTE O ENAΣ TOY AΛΛOY TIΣ ANAΓKEΣ, ΓIA ΛIΓH AΓAΠH, ΛIΓH AΓAΠH, ΠOΛΛH ΔIKAIOΣYNH. EMENA MOY ΛEΣ! MONO TO ΣKHNIKO AΛΛAΞE. O ΠPOMHΘEAΣ METAKOMIΣE AΠO TO BPAXO ΣTA ΛEYKA KEΛIA.
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας με ιδιαίτερα φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή του και πάθος για τη δημοσιογραφία. Φοίτησε στο Λύκειο Κοραής και στο Καθολικό Γυμνάσιο των Ουρσουλίνων στη Νάξο. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής φυλακίστηκε για αντιστασιακή δράση ενώ ήταν έγκυος και γέννησε στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Τη διετία 1953-1954 έζησε στο Παρίσι. Από τη θέση της δημοσιογράφου αντιτάχθηκε στη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1950 με τη συλλογή από νουβέλες "Αγάπη", γνωστή έγινε όμως εννιά χρόνια αργότερα με την έκδοση του βιβλίου της "Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός", μια απομυθοποιητική και ψυχαναλυτική προσέγγιση της προσωπικότητας του κρητικού συγγραφέα. Συζητήσεις προκάλεσε και το δοκίμιό της "Αντίγνωση: Τα δεκανίκια του καπιταλισμού" στο οποίο υποστήριξε τη θεωρία της περί του χριστιανισμού ως θεμελιακού όρου για την επικράτηση του καπιταλισμού ανά τον κόσμο. Το πιο γνωστό έργο της είναι το μυθιστόρημα "Η Συβαρίτισσα" με έντονα αυτοβιογραφικό χρώμα και εμφανείς επιρροές από τη νιτσεϊκή φιλοσοφία. Το θεατρικό έργο της "Τιμή ευκαιρίας για τον παράδεισο" παραστάθηκε το 1976 από τη Β΄ σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.
Άντε με τέτοιο οπισθόφυλλο να καταλάβεις το τι θησαυρός κρύβεται εκεί μέσα. (Και το εξώφυλλο βεβαίως, είναι τόσο αποκρουστικό που λες και η Λιλή ήθελε με το μπρος και το πίσω του βιβλίου της να τεστάρει το ποιος θα τη διαβάσει.)
Ο Αρίστος, οικονομικός μετανάστης στη Γερμανία, σακατεμένος από τη δουλειά, στερημένος από την ανθρώπινη επαφή για πολλά χρόνια, επιστρέφει επιτέλους στην Ελλάδα και στο χωριό του το Παπαδερό, με μια βαλίτσα γεμάτη δώρα για τους δικούς του κι ένα βιβλιάριο καταθέσεων που αποδεικνύει την αξία του, αποφασισμένος να φτιάξει τη ζωή του στο χωριό. Πανευτυχής που κατάφερε να προσφέρει μια καλύτερη ζωή στην οικογένεια που άφησε πίσω, χαρούμενος που οι δικοί του δε θα πεινάνε πια. Χαλάλι οι ταπεινώσεις και τα βάσανα τόσα χρόνια, χαλάλι οι προσβολές, χαλάλι που τον αντιμετώπιζαν σα μια μάζα κρέας ικανή μόνο ν’ ακολουθεί διαταγές. Μα τρώει τέτοιο άκυρο που το φυσάει και δεν κρυώνει: Γύρισε χωρίς γυναίκα και μάλιστα χωρίς γερμανίδα γυναίκα - κι αυτό είναι που δίνει την πραγματική αξία στους κατοίκους του Παπαδερού, όχι τα ψωροδώρα στη βαλίτσα και το βιβλιάριο.
Ο έρμος από την απελπισία του και τον πανικό του σκαρφίζεται μια γερμανίδα γυναίκα που είναι και έγκυος αλλά δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει στο ταξίδι και έκανε μια στάση στην Αθήνα. Έτσι ο Αρίστος φεύγει άρον άρον για την πρωτεύουσα ψάχνοντας ...τη γυναίκα του που μόλις επινόησε. Εκεί θα ζητήσει τη βοήθεια του Μιχάλη, ενός πρωτοξαδέρφου πρώην της ΕΣΑ, γνωστό αρχιδάκι με Τ’ΟΝΟΜΑ όπως περηφανεύεται ο ίδιος και το βίτσιο να βιάζει τους κρατούμενούς του. Κι αυτός θα τον παραπέμψει σε έναν ...νταβατζή που αυτοδιαφημίζεται ως γραφείο συνοικεσίων.
Τελικά ο Αρίστος επιστρέφει με κρύα καρδιά στη Γερμανία, ή μάλλον χωρίς καθόλου καρδιά... Έχασε τους δικούς του, το όνειρό του να επιστρέψει με αξιοπρέπεια στο χωριό του χάθηκε, το πήρε απόφαση ότι είναι της μοίρας του να πεθάνει μόνος σε μια πατρίδα ξένη που τον μισεί και τη μισεί. Κι εκεί θα γνωρίσει την πραγματική γερμανίδα που περίμενε.
Τι έχουμε εδώ: Όλο το είναι της μεταχουντικής ελλάδας σε μια αριστουργηματικά γραμμένη ιστορία. Όλος ο μικροαστισμός και το αιώνιο σύνδρομο κατωτερότητας της ελληνικής υπαίθρου, όλη η ξιπασιά των οργάνων της τάξεως, των πρώην βασανιστών που απορροφήθηκαν ωραιότατα σε διάφορες ακόμα πιο ωραίες θεσούλες, όλη η σαπίλα της καλής κοινωνίας στους κύκλους των υπουργών και των μεγαλοεπιχειρηματιών. Η Ζωγράφου ως συνήθως τα βάζει με την πατριαρχία, την αμορφωσιά, τη φτώχεια του μυαλού των ελλήνων και η γραφή της τσακίζει κόκαλα. Είναι τόσο εύστοχη που σε κάνει να βάλεις τα γέλια από απελπισία. Δε νομίζω ότι έχω ξαναδιαβάσει κάτι τόσο σκληρό κι ανάλαφρο που να μου έχει προκαλέσει τόσα πολλά κι αντιφατικά συναισθήματα, από γέλιο μέχρι πίκρα και οργή.
Συμβουλή προς επίδοξους αναγνώστες: μη διαβάσετε το εισαγωγικό σημείωμα, μην σας αποθαρρύνει το εξώφυλλο ή ακόμα κι ο τίτλος. Το περιεχόμενο καμία σχέση δεν έχει με την περιγραφή.
Η Λιλή Ζωγράφου, κοφτερή σαν ξυράφι, δε χαρίζεται και περιγράφει όλη τη χωριατιά, τη μιζέρια και τη στενομυαλιά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, τη μοναξιά της ξενιτιάς, τον άνθρωπο που γίνεται ανθρωποειδές. Μια ιστορία πρωτότυπη, ασυνήθιστη κι όμως τόσο αναγνωρίσιμη, μια ουσιαστική κραυγή για ελεύθερη σκέψη.
Αξίζει πραγματικά τον κόπο, όσο κι αν ταυτιστούμε άβολα με τουλάχιστον έναν από τους πρωταγωνιστές της. Ή μάλλον χάρις σ' αυτό.
Το πρώτο βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου που πέφτει στα χέρια μου και πραγματικά το λάτρεψα. Το σημαντικότερο είναι το δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις μόλις το ανοίξεις.Ελευθερία,μουγκαμάρα,μοναξιά,αγάπη,ξενιτιά,μίσος,απογύμνωση ιδέες που εναλλάσσονται σε κάθε παράγραφο.
Στην αρχή σου φαίνεται μια κωμική ιστορία με πολλά νοήματα. Στη συνέχεια όμως καταλαβαίνεις ότι μάλλον κάτι άλλο συμβαίνει. Μαεστρικά η συγγραφέας σε οδηγεί εκεί που θέλει έχοντας κεντρίσει το ενδιαφέρον σου με τις δυο παράλληλες ιστορίες.
Κάθε πρόταση(που δε την διαβάζουμε για πρώτη φορά)έχει τη σωστή θέση μέσα στο δράμα.(Π.χ: με έμαθε εμένα ποτέ κανείς να σκέφτομαι;)
Το νόημα που προσδίδει,επίσης, έχει πάνω δυο αναγνώσεις,και αυτό είναι που του δίνει και τα πέντε αστεράκια.
Όταν δεν σ' ακούει κανείς, δεν ακούς κανέναν. Δηλητηριάζεσαι από την κακομοιριά σου. Ο κόσμος φτωχαίνει. Η κουφαμάρα παραμορφώνει κάθε ομορφιά. Τα τοπία, τους ανθρώπους, όλα τ' αδικεί. Οι άνθρωποι είναι τόσο απαραίτητοι.
Βρήκα αυτό που τόσο έλειπε απ' την αναγνωστική μου ζωή χρόνια τώρα, και αυτό είναι σίγουρα το γράψιμο της Λιλής Ζωγράφου. Ο ιδανικός συνδυασμός ευαισθησίας στον χειρισμό του πόνου του ανθρώπου, και αναγκαίας ωμότητας όταν "αποκαλύπτει" και παρουσιάζει στον αναγνώστη γυμνή και ταπεινωμένη την πραγματικότητα της εξοργιστικής βίας και απανθρωπιάς του καπιταλισμού, της εξουσίας, της καταστολής, του μύθου της προόδου του πολιτισμού και της σαπίλας όσων, πιστεύοντας σ' αυτόν, γίνονται μέσα επιβολής αυτής της βίας. Οι διάλογοί της και οι περιγραφές της για την μετανάστευση στο εξωτερικό δεν αφήνουν τίποτα ανείπωτο απ' την ατμόσφαιρα της μεταπολίτευσης.
Ο μπάτσος, Αρίστο, μισεί φυσιολογικά τον πολίτη. Είναι επαγγελματίας του μίσους. Δεν θα μπορούσε να να κάνει τίποτ' άλλο στη ζωή του παρά κυνηγός ανθρώπων. Είναι το προνόμιο και η εξουσία του.
Θα πέσω στο χώμα να το χτυπώ, δεν θα μαλακώσει, θα ματώσει κι αυτό κι εγώ. Γη, πουτάνα γη, τι τους θες τόσους ανθρώπους και τους γεννάς σαν δεν μπορείς να τους θρέψεις, σαν δεν μπορείς να τους βοηθήσεις να συναντηθούνε και να μην γυρνούνε έρημοι στον κόσμο; Μίλα, πουτάνα, που με εξόρισες είκοσι χρόνια, στη βία των μηχανών, στη βία της περιφρόνησης, στη βία των μπάτσων, μην πεις πως δεν την ήξερες, όλοι την ξέρετε και το βουλώνετε...