Το Πλατύ Ποτάμι, είναι το πιο σημαντικό πεζό έργο που αναφέρεται στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940. Ο συγγραφέας υπηρέτησε ως εθελοντής με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Αποστολή του στο μέτωπο ήταν να μεταδίδει, σε ιταλική γλώσσα, προπαγανδιστικά μηνύματα προς τους Ιταλούς στρατιώτες, από μεγάφωνα τοποθετημένα στην πρώτη γραμμή.
Ο Μπεράτης, χωρίς να περιγράφει μάχες και ηρωικά κατορθώματα, καταφέρνει να δώσει το ήθος και το σεμνό ηρωισμό εκείνων των ανδρών που δημιούργησαν το έπος του 1940.
Όσοι ανοίγουν το βιβλίο τούτο μόνο για ν' απολαύσουν ένα εξαίρετα τίμιο κι εξαίσια καλογραμμένο πολεμικό αφήγημα, μπορούν να παρατρέξουν τις λίγες σελίδες του προλόγου. Αν όμως , ύστερα από το διάβασμα του βιβλίου, τους γεννηθεί η διάθεση να συζητήσουν πάνω σ' αυτό, ίσως βρουν εδώ μερικές σκέψεις που θα μπορέσουν να θρέψουν το στοχασμό τους, και ας μην μπορούν να τον χορτάσουν. Ο σύντομος αυτός πρόλογος είναι γραμμένος, όπως συμβαίνει συνήθως με τους προλόγους, για κείνους που αγαπούν όχι μόνο την απόλαυση που παρέχεται από το διάβασμα, αλλά και τη θεώρηση και την ανάλυση της απόλαυσης αυτής. Κι αληθινά, νομίζω ότι το βιβλίο του Γιάννη Μπεράτη, τόσο από το θέμα του όσο και από το χειρισμό του θέματός του, κατ' εξοχήν προσφέρεται για μια τέτοια θεώρηση.
Το "Πλατύ Ποτάμι" είναι ένα άρτιο έργο, οργανικό, με σύνθεση, αρχή, μέση και τέλος. Μα ο υπότιτλός του, "Συμφωνία", μας δίνει να σκεφθούμε ότι, όπως το κάθε μέρος μιας συμφωνίας είναι ακέριο κι όμως εντάσσεται σ' ένα γενικότερο σύνολο, έτσι και αυτής της συμφωνίας έχουμε εδώ ένα μέρος ολόκληρο, μα που υπόσχεται μια ενδεχόμενη συνέχεια. Την παρατήρηση αυτή την κάνω για όσους τυχόν θα έβρισκαν ότι δεν μας παρέχεται στο βιβλίο ολόκληρη η αλήθεια, μια που χρονικά σταματά η αφήγηση μέσα στον πόλεμο. Αλλά η αλήθεια στην περίπτωση αυτή είναι πείρα ζωής· και η πείρα πολεμικής ζωής του συγγραφέα είναι ακέρια, συνεπώς ακέρια δόθηκε μέσα στο βιβλίο τούτο. Η αυτοτέλειά του είναι, λοιπόν, οργανική.
Ο Γιάννης Μπεράτης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του ταγματάρχη του Μηχανικού και καθηγητή στη Σχολή Ευελπίδων Σπυρίδωνα Μπεράτη και της Ευγενίας το γένος Δέδε. Σε παιδική ηλικία έχασε τον πατέρα του και η μητέρα του παντρεύτηκε τον Χρήστο Θεοδωρακόπουλο. Τα σχολικά του χρόνια, που ο ίδιος περιγράφει ως πολύ δυσάρεστα, τα πέρασε στην Αθήνα. Το 1921 διορίστηκε υπάλληλος στην Εθνική τράπεζα στους Παξούς, στη συνέχεια στην Κέρκυρα (όπου συνδέθηκε με τον κύκλο των μαθητών του Κων/νου Θεοτόκη και έζησε το κλίμα της όψιμης επτανησιακής δημιουργίας) και τέλος στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως το 1930. Το 1924 παντρεύτηκε την πολύ μεγαλύτερή του σε ηλικία Ελένη Μελίτα, με την οποία απέκτησε ένα γιο τον Ανδρέα. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας (1924-1927) υπήρξε σύνδεσμος του Στρατιωτικού Ακόλουθου στην Πρεσβεία της Βουλγαρίας στη Σόφια. Μετά τη λήξη της θητείας του επέστρεψε στην Κέρκυρα, όπου έγραψε το χαμένο σήμερα έργο "Μπαρόκο" και ένα μυθιστόρημα, και τα δύο κατεστραμμένα από τον συγγραφέα. Το 1930 εξέδωσε τη "Διασπορά" και έφυγε για τη Βουλγαρία, τη Συρία, την Αραβία και την Αίγυπτο. Από το 1931 έζησε για δέκα χρόνια με τη Νίτσα Καράλη μέχρι το θάνατό της. Το Φλεβάρη του 1941 κατατάχτηκε εθελοντής στο αλβανικό μέτωπο, όπου υπηρέτησε ως εκφωνητής - προπαγανδιστής. Το 1943 μπήκε στο αντάρτικο του Ζέρβα στην Ήπειρο (τις εμπειρίες του κατέγραψε στο έργο του "Οδοιπορικό του ’43"). Δούλεψε στο Τμήμα Λογοκρισίας Θεάτρου και Κινηματογράφου του Υπουργείου Τύπου (1936-1944 -απολύθηκε μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του "Οδοιπορικό του ’43"), στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη ως μεταφραστής (από το 1950 ως το 1954 -μιλούσε γαλλικά, ιταλικά και αγγλικά), στα λατομεία της Νάξου (για ένα μήνα το 1957) και στο περιοδικό "Ταχυδρόμος" (με μεσολάβηση του Σεφέρη από το 1958). Το 1959 παντρεύτηκε την κατά εικοσιπέντε χρόνια νεώτερή του Άννα Χάνδακα, σύντροφό του ως το τέλος της ζωής του. Πέθανε στη Γενική Κλινική Αθηνών ύστερα από πολύμηνη ταλαιπωρία ·η ασθενική κράση του είχε επιβαρυνθεί σημαντικά από το 1962 (χρόνια λοίμωξη του κεντρικού νευρικού συστήματος και δη του νωτιαίου μυελού). Τιμήθηκε με το Β΄ κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1962 για το έργο του "Στρόβιλος") και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1966 για το "Πλατύ ποτάμι").
Τυπικά ο Γιάννης Μπεράτης τοποθετείται στο χώρο της γενιάς του τριάντα, ωστόσο απείχε από τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς της ομάδας αυτής και αποτέλεσε μια μοναχική περίπτωση στο χώρο των γραμμάτων, που στράφηκε στην προσωπική αναζήτηση και την υπαρξιστική αγωνία. Επιρροές δέχτηκε από τους Χάμσουν, Καβάφη, Ντοστογιέφσκι, Μπωντλαίρ, Πόε. Λόγω του εξαιρετικά ευαίσθητου ψυχισμού του συχνά τα βιώματά του κυριαρχούν στο γραπτό λόγο του, γεγονός που ωστόσο προσδίδει μια ιδιαίτερη ενάργεια στα έργα του, από τα οποία σημειώνουμε επίσης τον "Αυτοτιμωρούμενο", αυτοβιογραφικό κείμενο με τη μορφή βιογραφίας του Μπωντλαίρ και το "Πλατύ ποτάμι", το οποίο η κριτική αντιμετώπισε ως το αριστούργημά του.
Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα για τον ελληνοαλβανικο πόλεμο. Αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει μέσα στα τόσα κείμενα που στηρίζονται σε ιστορικά γεγονότα, είναι, εκτός από την στρωτη γλώσσα, η παντελής έλλειψη περιγραφής μαχών και ηρωικων κατορθωματων. Είναι περισσότερο ένα βιβλίο που περιγράφει τη ζωή και τις απλές καθημερινές πράξεις των ανθρώπων στον πόλεμο.
Εξαιρετικά παραστατικό, σε κάνει να απορείς με την διαύγεια που είχε ο συγγραφέας κατα την δύσκολη περίοδο που υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό κατα τον β παγκόσμιο πόλεμο.
Αποτυπώνει με ξεκάθαρη και ψύχραιμη ματια τις συνθήκες που επικρατούσαν τοτε, χωρίς να μεμψιμοιρεί.
Το πλατύ ποτάμι, παρά το γεγονός ότι δεν είναι μυθιστόρημα αλλά μια βιωματική ημερολογιακή αφήγηση του ίδιου του συγγραφέα, αποτελεί ένα ώριμο, εκτενές και λογοτεχνικά δουλεμένο έργο γραμμένο σε ύφος λιτό, ανθρώπινο και αντιπολεμικό.
Στο βιβλίο διαβάζουμε για τις συνθήκες και τα γεγονότα του πολέμου στο ελληνοαλβανικό μέτωπο μετά το «όχι» του Μεταξά, υπό την οπτική και την ακοή του Μπεράτη, ο οποίος ικανά και έντεχνα αποφεύγει σκηνές ηρωισμού, κορύφωσης και συναισθηματικής φόρτισης, δίνοντας έμφαση στον ανθρωπισμό των στρατιωτών, την καθημερινότητα του πολέμου, την κούραση, τον πόνο και τη συντροφικότητα.
Το μόνο του μειονέκτημα είναι πώς στερείται ενός αντάξιου επιλόγου ή καλύτερα, στερείται γενικά ενός επιλόγου μιας και η εντύπωση είναι πως η ιστορία διακόπτεται απότομα αφήνοντας στον αναγνώστη την αίσθηση του ανολοκλήρωτου.
Στο Πλατύ ποτάμι ο Γιάννης Μπεράτης αφηγείται τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940–41 όπως τον έζησε ο ίδιος. Εθελοντής στο αλβανικό μέτωπο, αξιοποιήθηκε ως ιταλομαθής εκφωνητής προπαγάνδας, εμπειρία που καθορίζει την οπτική του έργου. Η αφήγηση δεν επικεντρώνεται σε μάχες σώμα με σώμα ή σε ωμό ρεαλισμό, αλλά στις δυσκολίες της καθημερινότητας, στην αβεβαιότητα, στην κούραση και τελικά στην υποχώρηση και τη διάλυση της πειθαρχίας μετά τη συνθηκολόγηση. Ιδιαίτερα έντονο είναι το τελευταίο μέρος του βιβλίου, όπου κυριαρχεί η αγωνιώδης επιστροφή και η προσπάθεια διατήρησης της αξιοπρέπειας. Το ύφος του Μπεράτη είναι επιμελημένα απλό και φυσικό, με λεπτομέρειες ενσωματωμένες αβίαστα στην αφήγηση. Χρησιμοποιεί συχνά διαλόγους και αυτοπεριγραφή με μορφή διαλόγου, αποφεύγοντας τη μονοτονία και ανανεώνοντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Η γλώσσα είναι αστική δημοτική της γενιάς του ’30, ρωμαλέα και καλλιεργημένη, με μικρές ιδιολεκτικές ιδιαιτερότητες. Το έργο ξεχωρίζει για τη ζωντάνια, την ανθρώπινη ματιά και τον αντιηρωικό τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τον πόλεμο.
Θα το χαρακτήριζα ένα μυθιστόρημα ντοκουμέντο. Ο συγγραφέας υπηρέτησε ως εθελοντής με το βαθμό του ανθυπασπιστή τους 2 τελευταίους μήνες του πολέμου. Αποστολή του στο μέτωπο ήταν να μεταδίδει, σε Ιταλική γλώσσα, προπαγανδιστικά μηνύματα προς τους Ιταλούς στρατιώτες, από μεγάφωνα τοποθετημένα στην πρώτη γραμμή. Ο Μπεράτης, χωρίς να περιγράφει μάχες και ηρωικά κατορθώματα, καταφέρνει να δώσει το ήθος και το σεμνό ηρωισμό εκείνων των ανδρών που δημιούργησαν το έπος του 1940. Ιδιαίτερα όμως εντυπωσιακή όσο και στενάχωρη είναι η αφήγηση της επιστροφής του στρατού μας, ενός στρατού που οπισθοχωρούσε, ενώ ήταν νικητής