Ήταν ένα μικρό σπιτάκι με φράχτη γύρω γύρω, όπου είχαν αναρριχηθεί κολοκυθιές, γιασεμιά, κλήματα. Πήγα να χτυπήσω την πόρτα και βλέπω από κάτι περάσματα του φράχτη την εξής σκηνή. Ένα στενότατο σιδερένιο κρεβάτι και πάνω του ένα αγκαλιασμένο ηλικιωμένο ζευγάρι με όλα τα ρούχα. Αυτή ήταν μια παχουλή γυναίκα κι αυτός ξερακιανός, βραχύσωμος. Είχε τσιουλώσει στην αγκαλιά της και κοιμόταν μακαρίως. Είπα να τους ξυπνήσω αλλά δεν το έκανα. Προς τι Καλύτερα που δεν τους ξύπνησα, γιατί μου αρέσει να σκέφτομαι ότι δεν απογράφησαν. Και μου αρέσει επίσης να σκέφτομαι ότι ποτέ έκτοτε δεν ξαγκαλιάστηκαν. Μετράω από το '81 έως το ’98: δεκαεφτά χρόνια αγκαλιασμένοι μακριά από σούρτα φέρτα κι από μπαρμπάδες.
Ο Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος "Τα Νέα" (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του "Η βραδυπορία του καλού"), μία φορά με το βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2013), ενώ το μυθιστόρημά του "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου" ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους ("Αμέρικα" του Σάββα Καρύδα, "Απ' το χιόνι" του Σωτήρη Γκορίτσα, "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.)
Ένα βιβλίο απαιραίτητο για να διδαχθεί κανείς την αφήγηση, τους καλοσχηματισμένους χαρακτήρες, την ενάργεια, την οικονομία. Ένα βιβλίο εξαιρετικό που θα πρέπει να περιλαμβάνεται στα διαβάσματά σας. Ό,τι περιέγραψα στα Ζύγια, ισχύει και εδώ.