Τί θα μπορούσε να συμβεί όταν απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, μεγαλειώδεις μέσα στην ανθρώπινη φύση τους, βρίσκονται άθελά τους μπλεγμένοι στα δίχτυα μιας εξαιρετικά επικίνδυνης συνωμοσίας που απειλεί να εξαλείψει καθετί καλό και αγαθό, κάνοντας τους πάντες υποχείρια ενός αρχομανούς, ιδιοφυούς επιστήμονα; Πώς θα μπορέσει μια αγάπη να γεννηθεί και να ανθίσει σ΄έναν κλοιό βίας και θανάτου; Η ελπίδα και η πίστη στην καλοσύνη της ανθρώπινης ψυχής νικά επόδια ανυπέρβλητα.Κι αν το τέλος δεν είναι παραμυθένιο, η ίδια η ζωή είναι ένα θαύμα, ένα όνειρο...
Η Αναστασία Καλλιοντζή γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης το 1995 και από το 1997 ασκεί τη μαχόμενη δικηγορία. Είναι παντρεμένη και έχει ένα γιο.
Είμαι γύρω στα 18 και διαβάζω βιβλία με μοναδικό κριτήριο τις σελίδες τους (λίγο η ηλικία, λίγο η απειρία, χέστε με. Πέρασα κι εγώ από το στάδιο του Rookie Pulp Reader). Εκεί που έμενα δεν υπήρχε βιβλιοθήκη, κι εκείνη την εποχή (μιλάμε τώρα προ Ευρώ :p ) δεν υπήρχε ίντερνετ και βεβαίως δεν υπήρχε αυτός ο υπερπολύτιμος θησαυρός του σήμερα που λέγεται ΜΠΟΥ-ΜΠΟΥΚ (aka e-book). Σκέψου, ούτε οι πειρατές της Καραϊβικής δεν υπήρχαν ακόμα, τι να λέμε τώρα :D
Το λοιπόν -τότε- έχω πέσει σε ένα καινούργιο φρούτο που λέγεται Καλλιοντζή και το βιβλίο της - που ήταν και το πρώτο της έβερ- μετράει καμιά οχτακοσάρα χαρτιά, οπότε και το πήρα αμέσως και χωρίς καν να διαβάσω από πίσω τίποτα. Καθότι το χούι να διαβάζω γρήγορα το είχα από παλιά. Και το βιβλιαράκι πήγαινε κάτι χιλιαρικάκια (εικσαρικάκι το λέμε τώρα), οπότε ήθελα να φτουράει.
«Όλα ήταν τόσο μα τόσο υπέροχα» ο τίτλος, μου πήρε καμιά 4-5 μέρες να το τελειώσω (δεν είχα και τίποτα να κάνω όλη μέρα- πού σήμερα με δυο παιδιά στην κάθε μεριά και νοικοκυριό- θα ήθελα μήνα) και το φφφφφχαριστήθηκα δεόντως. Για την ηλικία μου και τις αναγνωστικές μου εμπειρίες (μεγάλωσα στα ‘90’s, δεν είμαι του ’70, οπότε καταλαβαίνετε τη διαφορά) με κάλυψε πλήρως. Είχε το δράμα του, το κλάμα του, τον έρωτά του, τον αντιπαθέστατο αρσενικό, τα γνωστά και μη εξαιρετέα.
Οπότε και σημειώνω το ονοματάκι της και την έχω στο νου μου, για να πάρω και το επόμενό της- όταν βγει. Γιατί είναι σημαντικό να έχεις εμπιστοσύνη σε έναν συγγραφέα. Το βιβλίο είναι ακριβό χόμπι (και είχε τόοοτε τύχει να φάω μια φόλα με το «Όταν το Χιόνι Χόρεψε με τη Φωτιά» και τα έκλαψα). Τώρα υπάρχουν κι εναλλακτικές. Τώρα υπάρχουν τα μπουμπούκς (κι όποιος πει ότι δεν έχει ούτε ένα μπουμπούκ στο δίσκο του, θα φυτρώσουν στη μύτη του παπαρούνες). Άσε που τώρα πια είμαι σε ηλικία κι εμπειρία που προσπερνάω τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και πάω πίσω πίσω, εκεί που δεν ξεσκονίζει κανείς (νομίζω το έχω ξαναπεί αυτό) κι εκεί ακριβώς βρίσκονται τα βιβλία που με ενδιαφέρουν και σε πολύ καλύτερες τιμές.
Βγαίνει λοιπόν και το επόμενο και το τσιμπάω. «Μη μου λες αντίο», έγινε μετά και σήριαλ - καλό βεβαίως βεβαίως- με αποζημίωσε ξανά και λέω με κέρδισε για πάντα, πάει.
Κι ύστερα τρώω τέτοια πίπα, που δεν έχω κλάψει ποτέ περισσότερο πεταμένα λεφτά. Το τρίτο βιβλίο «Πες πως ήταν όνειρο», ήταν ένα εντελώς γουάτ δε φακ. Ξεκίνησε με το γνωστό γυναικοτρόπο (μια χαρά) και μετά το ξέσκισε. Εξκιούζ μάι φρεντς, όποιος σοκάρεται, πάνω δεξιά στην καρτελίτσα του έχει ένα Χ. Είμαι πρόβλημα που λύνεται μόνο με ένα κλικ. (Τι ωραία να λύνονταν όλα έτσι, ε?)
Που λέτε, κοιτούσα τη φωτό της στο βιβλίο κι έκλαιγα. Μια χαρούλα δεν ήταν τα σαπουνοπερέ? Γουάι? Γουάι ντιντ γιου ντου δις θινγκ του μι? Κι είναι και καρακουκλάρα την τρέλα μου.
Παρένθεση εδώ: Έχω μια φίλη (διαβαστερή μαθές), η οποία έχει επίσης διαβάσει και τα τρία (τα διάβαζα και της τα έδινα να τα διαβάσει) και επιμένει ότι πολλοί νέοι συγγραφείς πειραματίζονται και δώσε της μια ευκαιρία ακόμα, θα είδε προφανώς πως το twisted psycho plot δεν το χει και θα συνέλθει. Και με ψήνει. Και τη συγχωρώ. Κι ύστερα έρχεται και το 4ο βιβλίο «Έσχατοι Καιροί» (που το προσπέρασα, τυχαία μεν) και μετά το 5ο, που το πετυχαίνω κάπου και το παίρνω. Να την ξαναδώσω τη ρημάδα την ευκαρία.
Ο τίτλος «Θυμάσαι?» Εφτά ιστορίες, μπλα, μπλα, μπλα. Και ξαναμανατρώω κατραπακιά του τύπου γουάτ δε φακ και μαζεύω τα δυο τελευταία twisted psycho pipes από τη ζοχάδα μου και τα κάνω κομφετί, σαϊτες, καραβάκια, origami cranes και οδοντογλυφίδες.
Μετά με έχασε για πάντα.
Το πρώτο της, όπως και το δέυτερο, τα δυο σαπουνοπερέ που λέγαμε, έτυχε και τα ξαναδιάβασα πρόσφατα, για την ακρίβεια 1-2 χρόνια πριν. Μωρά παιδιά, θηλασμός, ξενύχτια, σπίτι, σπίτι, σπίτι, δεν άφησα ούτε ετικέτα αποφρακτικού σωληνώσεων αδιάβαστο, ούτε κηδειόχαρτο στη γειτονιά. Οπότε κι έπιασα τα βιβλία μου με τη σειρά κι έφτασα ξανά στην Καλλιοντζή. Μετά από τόοοοοοσα πολλά χρόνια κι έχοντας κλείσει για πάντα με το είδος, τα απόλαυσα- ξανά. Όχι για τους ίδιους λόγους με τότε, αλλά τα απόλαυσα. Το χει, δε λέω. Αλλά πήρε τη στροφή αλλιώς κι εκεί χαλάστηκα. Δεν ξανασχολήθηκα από τότε κι ας έβγαλε ένα σωρό βιβλία ακόμα. Κι ας είναι κουκλάρα και τη γουστάρω με χίλια.
Δεν έχω προσωπικά με κανέναν. Ο καθένας κάνει τη δουλειά του, εκείνη κάνει αυτό που ξέρει κι εγώ είμαι σκεπτόμενος άνθρωπος και λέω τη γνώμη μου. Αυτό το λέω γιατί πολλοί έχουν την τάση να παίρνουν τα πράγματα προσωπικά και κακώς (και χέστηκα). Αλλά δε θέλω να επεκταθώ άλλο πάνω σ’ αυτό. Από τη στιγμή που ένα βιβλίο διοχετεύεται στην αγορά και το αγοράζω, είναι δικό μου και έχω το απόλυτα αναφαίρετο δικαίωμα να το φάω, να το σκίσω και φυσικά να πω τη γνώμη μου ελεύθερα, τελεία.
Λοιπόν, προσέχτε τώρα. Θυμάστε τη γνωστή σειρά Ντάλλας?
Άμα τη θυμάμαι εγώ που γεννήθηκα το 81, τη θυμάστε κι εσείς. Αρκετοί τέλος πάντων. Κάπου εκεί μαζί με τη Δυναστεία και ναι, δεν έπιασε τόσο πολύ στην Ελλάδα, και μετά την κόψανε και μετά την ξαναπαίξανε και μετά την ξανακόψανε και την ξεκινήσανε πηδώντας κάτι κύκλους και κούκου. Αλλού θέλω να καταλήξω.
Σ’ αυτή την περιβόητη και βραβευμένη σειρά, συνέβη κάτι τρομερό. Οι παραγωγοί της αποφάσισαν να επαναφέρουν από το πουθενά στη ζωή έναν βασικό χαρακτήρα που τον είχαν πεθάνει και μάλιστα το έκαναν με τον πιο γελοίο κι απαράδεκτο τρόπο: Στο τελευταίο επεισόδιο (κάποιας σεζόν), ο Μπόμπι, - ο πεθαμένος εδώ και 30 επεισόδια- μπανιαρίζεται (γουάτ?) και η γυναίκα του η χήρα (?) μπαίνει μέσα στο μπάνιο και του λέει «αγάπη μου, μόλις είδα έναν εφιάλτη. Είχες λέει πεθάνει!» και τα λοιπά.
Σίριουσλι ρε φίλε? Έτσι απλά γυρνάς τον κόσμο από τον τάφο? Πες πως ήταν όνειρο, ένα πράγμα?
Δηλαδή έχεις ένα κοινό που σε παρακολουθεί ολόκληρη σεζόν και του το γαμάς με μια πίπα, και τι πίπα. Πόσο πιο ηλίθιους μπορεί να πέρασαν τους τηλεθεατές, αν πίστευαν ότι θα το χάψουν?
Την επόμενη σεζόν κάποιοι γύρισαν, κάποιοι όχι. Αλλά όλοι ήξεραν αυτό που είχε συμβεί. Κάποιοι τους πέρασαν για ηλίθιους και προσπάθησαν να διορθώσουν μια λάθος κίνηση με το χειρότερο τρόπο, «εξαπατώντας», «προδίδοντας» το κοινό. Το Ντάλας πήρε και βραβεία και διακρίσεις, αλλά αντί να μείνει στην ιστορία ως μια από τις καλύτερες δραματικές σαπουνόπερες έβερ, έμεινε ως του κόσμου ο περίγελος.
Μιας και μιλάμε για βιβλία τώρα, το ίδιο συμβαίνει κι εδώ. Ο αναγνώστης δεν είναι μαλάκας. Παρένθεση: Ξεφύγαμε από την Καλλιοντζή τώρα, ε? Μην ακούσω τίποτα σχόλια άσχετα, ήταν παράδειγμα. Έτυχε να διαβάσω 4 βιβλία (και το ένα τρίτο από τα τελευταία) και να έχω άποψη. Όπως και για τη Μαντά έχω άποψη και τη Δημουλίδου, γιατί διάβασα αρκετά. Αλλά έπιασα την Καλλιοντζή, πρώτον γιατί η Μαντά κάνει αυτό που κάνει εδώ και χρόνια και δεν έχει κάνει κάτι διαφορετικό - κάνει τη δουλειά της όμορφα, ωραία, αξιοπρεπέστατα και γεια σας- δεύτερον τη Δημουλίδου δεν την πάω με τίποτα και μάλλον δεν μπορεί πια να γράψει (ό,τι έγραφε τέλος πάντων) και τρίτον η Καλλιοντζή ξέρει και μπορεί (για το σαπουνοπερέ είδος τουλάχιστον το λέω αυτό, γνώμη μου).
Ο αναγνώστης λοιπόν δεν είναι ηλίθιος. Όταν γράφεις κάτι, δημιουργείς μια πραγματικότητα. Δηλαδή τόσα χρόνια δε ζούμε με το Σούπερμαν και το Μπάτμαν μια χαρά? Ο δημιουργός τους έφτιαξε μια πραγματικότητα, μια πόλη καθόλα νορμάλ κι έναν τύπο με μπέρτα to save their ass, at hard times. Αλλά το πίστεψε. Και το πιστέψαμε κι εμείς. Εκεί, έτσι όπως είναι. Οπότε δεν έχει να κάνει με την αλήθεια, αλλά με την αληθοφάνεια, δεν έχει να κάνει με το complicated, αλλά με το complex.
Το complex, θα κρατήσει τον αναγνώστη μέχρι το τέλος. Το complicated θα του σπάσει τα αρχ...νεύρα. Ειλικρίνεια, σαφήνεια, συντομία, κομψότητα, είναι τα βασικά όπλα. Όχι παρλαπίπες, όχι αχρείαστες σκηνές (εδώ τώρα θυμάμαι τον παππού? Παπά? Που μιλούσε στο Θεό με τον πιο γελοίο τρόπο που έχω διαβάσει ποτέ- σε κάποια απ’ τα βιβλία που ανέφερα και σιφιλιάζομαι) και όχι B.S. Ειδικά ΠΟΤΕ B.S. (BullShit).
Ο Ευγενίδης, (θεούλης) λέει πως όταν γράφεις, πρέπει να θυμάσαι ότι γράφεις το καλύτερό σου γράμμα στον εξυπνότερο φίλο σου, κάπως έτσι. Ό,τι εννοείται, μην το λες. Θα το καταλάβει. Ό,τι μπορεί να ψάξει και να διασταυρώσει, μην το γράφεις. Άστον να ψάξει.
Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος και ΚΑΜΙΑ δικαιολογία για να κοροϊδέψετε τους αναγνώστες σας, φίλοι συγγραφείς. Κι εδώ επίσης θυμάμαι ΤΟ δούλεμα με την Εξομολόγηση- ναι, τη γνωστή. Όπως και την αποτυχημένη συνέχεια του Μιλένιουμ, του Λάρσον. Η χήρα του ίσως να το ‘γραφε καλύτερα, αλλά αυτός που το έγραψε, δεεεεεεν.
Λοιπόν ο αναγνώστης μυρίζεται την απάτη από χιλιόμετρα κι εδώ λέμε «σε ποιον τα πουλάς αυτά ρε?» Εκτός φυσικά αν ο χ-ψ συγγραφέας ενδιαφέρεται για αναγνωστικό κοινό χαμηλού ή ανύπαρκτου IQ. Ή μόνο απλά να γράψει κάτι. Ή μόνο να βγει η φάτσα του στις οθόνες.
Η διασημότητα και τα λεφτουδάκια, τα κάνουν αυτά. Χαλάνε τον κόσμο. Αν είναι να γράψει κανείς, το κάνει πρώτα για τον ίδιο. Γιατί το έχει ανάγκη. Γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Όχι για το χρήμα. Ποτέ για το χρήμα. Αν γράψει καλά, θα πουλήσει. Αν. Αν γράψει ΓΙΑ ΝΑ πουλήσει, αν γράφ��ι για τη Μενεγάκη, τις παρεούλες του φουμπού και τα λεφτούλια, ένα, δύο ακόμα και μετά θα απομείνει με τις μεσόκοπες, ανέραστες νοικοκυρές. Σόρι. Πιο ευγενικό δεν έχω.
Ακόμα κι αν καταφέρει κανείς να γράψει δέκα- είκοσι βιβλία, θα παραμείνει πάντα ένας συγγραφέας τύπου GTP.
Αυτά τα ολίγα. Το GTP να το βρείτε μόνοι σας. Έξυπνοι είστε. Σε έξυπνους απευθύνομαι ;)
Οφείλω να ομολογήσω ότι είμαι ακόμα επηρεασμένη αρνητικά από το προηγούμενο βιβλίο της που διάβασα το όλα ήταν τόσο μα τόσο υπέροχα που μου θύμιζε λίγο σαπουνόπερα τύπου Παπακαλιάτη. Το αντιπαρέρχομαι όμως και λέω πως σε σύγκριση με εκείνο, αυτό το βιβλίο είναι καλύτερο. Δε σε κρατάει σε αγωνία, ούτε έχει τέτοια πλοκή ώστε να μη μπορείς να μαντέψεις τι θα γίνει παρακάτω. Τουλάχιστον όμως δε με εκνεύρισε όπως πριν. Είναι απίστευτο αυτό που κάνει όμως όταν φτάνει στο τέλος . Εκεί που πιστεύεις πως θα σε αφήσει ικανοποιημένο, έρχεται η Καλλιοντζή και το πάει ακόμα παρακάτω, βάζοντας πάντα μια μεταφυσική πινελιά. Και μένεις με αυτή την περίεργη αίσθηση που σε κάνει να απορείς. Γιατί το κάνει αυτό;