Η φήμη του πειρατού Νέγρου αφίχθη μέχρι των Παρισίων. Ιδού τι λέγει περί αυτού η εφημερίς των Παρισίων "Ο Τύπος" κατά μήνα Ιούλιον του 1851: Υπάρχει σήμερον εις το Αρχιπέλαγος άτρομος τις πειρατής, όστις διαπράττει κακουργήματα μεθ' υπερβαλλούσης επιτειδιότητος και φρονήσεως. Διαχέει τον τρόμον εις τους δυστυχείς ταξιδιώτας, τους μέλλοντας να διαπλεύσωσι το μέρος της θαλάσσης, ένθα ιδιαιτέρως εδρεύει. Φέρει δε όνομα Νέγρος, και πατρίδα κέκτηται εις Σάμον, ηλικίαν έχων 35 ετών, ωραίον ανάστημα, ευρείας ωμοπλάτας και κράσιν αυλητικήν. Έχει οπαδούς της αρπαγής περί τους 15 ανθρώπους, αφοσιωμένους εις αυτόν, και λίαν ριψοκίνδυνους. Διαπλέει εντός ακάτιου δια κωπών και ιστίων, πλέοντος μετά ταχυτάτης κινήσεως. Υποδέχονται δε αυτόν οι κάτοικοι των νήσων εις όσας επέρχεται δια να εναποθέση τα αρπαγέντα εμπορεύματα. Κομψός και φιλόφρων προς τας γυναίκας, προσφέρει εις αυτάς ωραία δώρα, τα οποία εις αυτόν βεβαίως δεν έχουσι πολλήν αξίαν, και ευαρεστείται πολύ να προσελκύει την εύνοιαν αυτών δι' ασμάτων, τα οποία αυτός συνοδεύει δια του μαντολίνου. Οφείλομεν να το είπωμεν προς έπαινον του πειρατού τούτου, ότι δεν είναι αιμοχαρής. Μέχρι σήμερον δεν υπάρχει παράδειγμα ότι έχυσε μίαν ρανίδα αίματος. Πρέπει να πιστεύσωμεν επίσης ότι δεν εύρεν και αντίστασιν, άλλως δύναται να μεταχειρισθή την μακράν σπάθην του, ήτις κρέμαται σταθερώς περί την οσφύν του, και το ωραίον ζεύγος των πιστολιών του, τα οποία περικοσμούσι την ζώνην του.
Ο πειρατής Γεώργιος Νέγρος ήταν πρόσωπο υπαρκτό. Γεννήθηκε το 1807 στο Βαθύ Σάμου και έδρασε στο Αιγαίο από το 1840 μέχρι το 1851.
Αν το ιστορικό μυθιστόρημα είναι έργο «στο οποίο γίνεται απόπειρα να μεταφερθούν με ρεαλιστικές λεπτομέρειες και πιστότητα το πνεύμα, οι συμπεριφορές και οι κοινωνικές συνθήκες μιας παρελθούσης ιστορικής περιόδου στο γίγνεσθαι της ιστορικής περιόδου, που επέλεξε ο δημιουργός του», τότε το βιβλίο «Γεώργιος Νέγρος. Ο τίγρης του Αιγαίου» είναι κάθε λέξη του παραπάνω ορισμού.
Ο συγγραφέας προκειμένου να αναστήσει την εποχή έκανε εκτεταμένη και επίπονη έρευνα για το θέμα του σε εφημερίδες της εποχής, συμβόλαια και δικόγραφα, διαταγές της Οθωμανικής Ηγεμονίας Σάμου και του Ελληνικού Βασιλείου, έγγραφα της Δημαρχίας της Ερμούπολης και της Νομαρχίας Κυκλάδων, αλληλογραφία από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (και όλες αυτές τις πηγές τις έχει διαθέσιμες για όποιον ενδιαφέρεται στο προσωπικό του ιστολόγιο: romvos.wordpress.com).
Το σπουδαιότερο απ’ όλα όμως είναι ότι δεν αρκέστηκε σε στείρα παράθεση τοπωνυμίων, γεωγραφικών, κοινωνικών και ιστορικών πληροφοριών, αλλά κατάφερε μέσω της γλώσσας να ανασυστήσει ολοζώντανο μπροστά μας τον Γεώργιο Νέγρο και την εποχή του, αυτή της Ελλάδας του 19ου αιώνα. Κατόρθωμα σπάνιο στις μέρες μας από σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα, ένας κυριολεκτικός γλωσσικός άθλος που κάνει το βιβλίο να μοιάζει σαν το πραγματικό ημερολόγιο του διαβόητου πειρατή, φέρνοντας στο νου –και όχι άδικα– το ημερολόγιο και το αφηγηματικό ύφος του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ακολουθεί ένα μικρό παράθεμα από τη σελ. 63 του βιβλίου:
«[…] Δια να γενεί κάποιος φονιάς έχει χρείαν παιδείας εις τον φόνο. Κι αυτό εγίνετο μόνο εις το ρεσάλτο, εις την έφοδο. Αμέ τα χασαπόπουλα ήτονε μαθημένα εις το σφάξιμο, ήτονε με το παραπάνω έμπειρα, ηξέρανε. Και όταν ο αίμας επεταγόταν και μας εμούσκευε, αγριεύανε, εγυάλιζε το μάτι, εθόλωνε το μυαλό και ήβλεπες τα μούτρα εξαίφνης να αλλάζουνε, να φουντώνουνε, να ανάφτουν ως τα κάρβουνα, έτζι όπως αρπάζουνε φωτιά μες στο κατακαλόκαιρο τα ξερά χόρτα…[…]»