Εικοσιεφτά χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευσή του, το σκληρό, σπαρακτικό, ειλικρινές, "βλάσφημο" αυτοβιογραφικό κείμενο της Μπέττυς (κατά κόσμον Ελισάβετ Βακαλίδου) είναι και πάλι εδώ για να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά κάποιων συνειδήσεων, κάποιων εφησυχασμένων ψυχών, κάποιων ψυχρών τόπων. Οι αλήθειες της δεν έχουν παλιώσει ούτε στο ελάχιστο. Η πένα της, τρυφερή και ακραία όσο και τότε. Η αλήθεια της, γυμνή, ευάλωτη - κι αγκαλιασμένη με το κεντρί του σκορπιού.
Η Ελισάβετ Βακαλίδου γεννήθηκε αγόρι στην Αλεξανδρούπολη. Λίγο πριν κλείσει τα δεκαπέντε της, εκδιώχθηκε από το χωριό της -τις Φέρρες- και ήρθε στην Αθήνα όπου άρχισε να εκδηλώνει τη σεξουαλικότητά της. Αμέσως οι γονείς της την έκλεισαν στο αναμορφωτήριο, όπου έμεινε τριάμισι χρόνια. Μετά το αναμορφωτήριο, σε ηλικία δεκαεννιά χρονών, μπάρκαρε στα καράβια. Το 'σκασε στην Αμερική, όπου έζησε ως λαθρομετανάστης για δύο χρόνια. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, έγινε τραβεστί κι άρχισε να πορνεύεται. Συμμετείχε στην ίδρυση του Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλόφιλων Ελλάδας (ΑΚΟΕ). Το 1980 εκδίδει το πρώτο αυτοβιογραφικό της βιβλίο. Το βιβλίο προκαλεί σάλο την εποχή εκείνη στην Ελλάδα, γίνεται μπεστ-σέλερ παρ' όλη την απαγόρευση που επιβάλλεται στην πώλησή του και αποσπά διθυραμβικές κριτικές. Τον επόμενο χρόνο εκδίδει το δεύτερο βιβλίο της, με τίτλο "Πόσο Πάει;" στο οποίο παρελαύνουν οι τραγικές ιστορίες τεσσάρων τραβεστί, ιδωμένες από το τρυφερό αλλά και αμείλικτο βλέμμα της. Την 1η Νοεμβρίου 1984, η Μπέττυ αποφασίζει ν' αλλάξει ζωή. Φεύγει στο εξωτερικό, όπου -προς μεγάλη έκπληξη όλων- υποβάλλεται σε εγχείρηση διόρθωσης φύλου. Γυναίκα πλέον και ανατομικά, δουλεύει για ένα διάστημα σε οίκους ανοχής στην Αθήνα και το Βερολίνο. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ζει και εργάζεται στα Χανιά για 10 χρόνια - τα καλύτερα χρόνια της ζωής της, όπως ισχυρίζεται. Στη συνέχεια περιπλανιέται στα πορνεία του Βόλου, της Λάρισας, της Μυτιλήνης, της Ρόδου και της Πάτρας. Τα τελευταία χρόνια ζει στην Αθήνα. Η Μπέττυ δε μπόρεσε ποτέ να τελειώσει τη Μέση Εκπαίδευση.
«Η αθωότητα είναι καλή γι’ αυτούς που την έχουν. Εγώ που την έχασα δεν πρόκειται να την ξαναβρώ.»
Ένα βιβλίο που είχε θίξει διάφορα θέματα ταμπού. Το sad κομμάτι είναι πως αυτά τα θέματα είναι ακόμα ταμπού. Δεν θα προοδεύσουμε ποτέ. Ας μην το ανοίξω καλύτερα γιατί δεν θα τελειώσω ποτέ.
«Οι ομοφυλόφιλοι άντρες και γυναίκες πρέπει να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Δεν γίνεται σε αυτή τη χώρα που θέλει να θεωρείται ισότιμο μέλος της Ε.Ε. να τους κατατάσσει στο περιθώριο.»
«Είμαι πόρνη. Είμαι πουτάνα. Είμαι ένας άνδρας που ντύνεται γυναίκα. Αμφισβητώ τις αξίες σας και τον κάλπικο πολιτισμό σας. Σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου. Είστε υποχρεωμένοι να με δεχτείτε στο δικό σας κοινωνικό χώρο, γιατί είμαι ο άλλος σας εαυτός, αυτός που κρύβετε έντεχνα πίσω από το προσωπείο σας. Πιστεύω πως η ιστορία θα με δικαιώσει, μαζί με κάθε άλλο περιθωριακό άτομο, και η φωνή μου θ’ αντηχεί στην αιωνιότητα γιατί είναι η αλήθεια.»
Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1980 και καταγράφει τη ζωή της συγγραφέως τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες, δίνοντας παράλληλα την εικόνα που επικρατούσε στην ελληνική κοινωνία σε σχέση με τη συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων. Το διάβασα άκοπα σε μια φάση που είχα μπλοκάρει λίγο αναγνωστικά, δεν είναι σίγουρα η μεγάλη λογοτεχνία, αλλά έχει την αξία του ως καταγραφή μια πραγματικότητας που δε νομίζω να έχει αλλάξει ριζικά 40 χρόνια μετά και ως μια φωνή που ακούγεται για ένα κόσμο που είναι αναγκασμένος να κινείται στο περιθώριο της κοινωνίας, χωρίς να έχει πολλές εναλλακτικές επιλογές. Η συγκεκριμένη έκδοση συνοδεύεται από το ομώνυμο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του 1979.
Με λόγια απλά και κοφτές προτάσεις η Μπέττυ ξεκινά να περιγράφει τη ζωή της και δεν σταματάει μέχρι τα πιστεύω της να γίνουν απόλυτα διαφανή. Πολλές φορές ακούγεται σκληρή, γίνεται επιπόλαιη, φτάνει και ξεπερνάει τα όρια της παρανομίας - για να επιβληθεί ή απλώς να επιζήσει. Όμως αυτό που θέλει να μεταδώσει αυτό το βιβλίο είναι η απίστευτη δύναμη που μπορεί να βρεθεί ακόμα και σε άτομα που ούτε καν υποψιάζονταν πως την είχαν: Η ανάγκη να πεις την αλήθεια σου είναι η σπίθα που μπορεί να αλλάξει τα πάντα και να σε κάνει δυνατό. Δυστυχώς σαράντα χρόνια μετά η ανάγκη για δυνατούς ανθρώπους που θα αγωνιστούν για τις μειονότητες της ελληνικής κοινωνίας, οποιες και αν είναι αυτες, είναι ακόμα τεράστια.
Ένα πολύ καλογραμμένο βιβλίο. Μία αυθεντική διήγηση του Περικλή Βακαλίδη (πριν τη διόρθωση φύλου) για τη ζωή του από πολύ μικρός, στις Φέρρες της Αλεξανδρούπολης όπου γεννήθηκε, ως τα τριάντα του περίπου χρόνια, στην Αθήνα, όταν πλέον έχει καταφέρει να επιβιώσει μακρυά από την οικογένειά του (η οποία δεν αποδέχτηκε ποτέ την ομοφυλοφιλία του), να ανταπεξέλθει στον αλλοτριωμένο κόσμο της νύχτας ως τραβεστί (όπου η κοινωνία ωθεί τα άτομα τα οποία τρομάζει να αφομοιώσει), να δημιουργήσει, να ανθίσει ως άνθρωπος με κριτική σκέψη και με ποιότητα χαρακτήρα, και να ανακαλύψει την "Μπέττυ". Η αγάπη του για τη μελέτη και το σχολείο, το οποίο ποτέ δεν κατάφερε να ολοκληρώσει (ως αποτέλεσμα της αντίδρασης των ανθρώπων στην εκδηλωμένη του Αλήθεια), θαρρώ πως έχει αφήσει το στίγμα της στον τρόπο γραφής του, ο οποίος δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από άλλων συγγραφέων της "αστικής" τάξης. Η αγάπη του για την ανάγνωση και τα βιβλία, επίσης. Ένα κράμα προσωπικότητας, που σε αυτή την αφήγηση συνδυάζει την ωμότητα των γεγονότων με τον λυρισμό. Το βιβλίο είναι ως έναν βαθμό και λαογραφικό: γραμμένο το 1979, με ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια ακόμη, στο χωριό, τη δεκαετία του '50, και ιστορίες από την μεταπολιτευτική Αθηναϊκή κοινωνία, με την καθημερινότητα των τραβεστί και των χειρουργημένων γυναικών της Συγγρού και της Βουκουρεστίου. Με πολλές εκφράσεις από τη γλώσσα "της πιάτσας", με αναλυτικά περιστατικά από τη βίαιη συμπεριφορά των αστυνομικών και την αντιμετώπιση της Αστυνομίας κατά τη Χούντα και μετά, με δικαιοσύνη απέναντι στις εξαιρέσεις των σκεπτόμενων ανθρώπων που αναμφίβολα υπήρχαν, με την κρυφή ζωή μεγάλου μέρους πολιτών (κατά τα άλλα, φρόνιμων και με υπόληψη - ενίοτε οικογενειαρχών), οι οποίοι το βράδυ γίνονταν επαναλαμβανόμενα οι πελάτες τους. Κλείνοντας το βιβλίο, το τελευταίο μένει και ως εντυπωσιακή διαπίστωση: το πόσοι άνθρωποι καταπιέζουν καθημερινά τη σεξουαλικότητά τους, είτε από φόβο, είτε γιατί δεν θέλουν να παραδεχτούν τις διαστάσεις της, με αποτέλεσμα να "τιμωρούνται" (σαν μειονότητα και σαν άνθρωποι του περιθωρίου) όσοι τολμούν να υπερασπιστούν τον πραγματικό τους εαυτό. Μία γροθιά στο στομάχι, όμως με το γάντι!