«Κανείς δεν ξέρει αν θα ξεχάσει προτού ξεχάσει»
Σε αυτό το βιβλίου του κορυφαίου λογοτέχνη
όλων των εποχών το «φαίνεσθαι»δεν είναι ξεχωριστό ή άκρως ενδιαφέρων.
Τίποτα δεν μιλάει αρχκά, για το εκτυφλωτικό σκοτάδι στον φωταγωγό της θυσίας, που χάρισε ο αρχιτέκτονας και έχτισε ο μηχανικός ως στατικό θεμέλιο στο οικοδόμημα του.
Οι ήχοι των ενοίκων μέρα και νύχτα γράφουν αυτή την ιστορία και την φορτώνουν με μάζες πένθιμης σιωπής, ψιθυριστές κουβέντες καθημερινής ανίας, βήματα νεανικής ταραχής ή γέρικης καλοσύνης.
Αποτυχημένες αγάπες στα λαμπερά μάτια των παιδιών τους. Ισχνά και άρρωστα κορμιά που τρέφονται με πόνο αλλά και παχύσαρκα σώματα πλασμάτων που προκαλούν υπέρβαρα το γέλιο της κοροϊδίας ,ταυτόχρονα με το κλάμα απο την άκρατη, απροσμέτρητη καλοσύνη τους.
Ήταν μια σπονδή στο βωμό της εσχατιάς
όπου οι θεοί θέλουν να σώσουν τον άνθρωπο
αλλά δεν θέλουν να ξέρουν τίποτα για τους ανθρώπους και τους ξεγελούν με ευαγγελικές αγάπες,
ώστε να αντικατασταθούν οι πράξεις με τα λόγια,
με μοναχικές κουβέντες, κενές, άδειες,
δίχως δράση που καταλήγουν απλές αναμνήσεις στις αποχετεύσεις και τους βόθρους των σωματικών και ψυχικών περιττωμάτων.
Ο φωταγωγός, που φτιάχτηκε προσχηματικά στα βάθη μιας λαϊκής πολυκατοικίας στη Λισαβώνα, τη δεκαετία του ‘50 για να αιχμαλωτίζει, να μουχλιάζει, υπαρξιακά, μέσα στα κουτιά-διαμερίσματα ψυχών, τα βάρη των δηλώσεων περί αγάπης και συμπόνοιας.
Ομοίως, στο «είναι» της πανανθρώπινης προσφοράς, εκεί, που το μίσος ξεπλένεται απο αμοιβαίες ανάγκες θα λείπουν πάντα τα αναγκαία μέσα. Αυτά,
που θα την κάνουν κάτι παραπάνω απο αποτέλεσμα μιας συναισθηματικής παρόρμησης.
Ένας συγγενικός κόσμος, σ’ ένα ραδιόφωνο που απαγγέλλεται ο Χορός των νεκρών του Πολ Κλοντέλ, αλλού ακούγεται ένας δίσκος ράγκταϊμ ή το κουβεντιαστό σύρσιμο από παντόφλες…
«Κατόπιν ήρθε το δείπνο. Γύρω απ’ το τραπέζι τέσσερις γυναίκες. Τα αχνιστά πιάτα, η λευκή πετσέτα, η ιεροτελεστία του γεύματος. Πάνω ή ίσως κάτω απ’ τους αναπόφευκτους ψιθύρους, μια πυκνή σιωπή, σπαρακτική, η ανακριτική σιωπή του παρελθόντος που μας ατενίζει και η ειρωνική σιωπή του μέλλοντος που μας περιμένει».
«φωταγωγος», λάμπει τόσο πολύ, ώστε τις νύχτες, τα βάρη της συνείδησης και τα σκισμένα πανωφόρια των ελπίδων , να τυλίγονται σε μια τόσο ελαφριά ομίχλη, που αν φυσήξεις με τις σκέψεις, ανακαλύπτεις το νόημα της ζωής μες τις νυχτερινές φήμες.
Την ημέρα που έρχεται γρήγορα να αποτελειώσει το φαγοπότι των ονείρων, είναι πιο σκιερά, πιο σκοτεινά, καθώς όλα μαρτυρούν πως το νόημα που στόλιζε το νου σου στις βραδινές αναζητήσεις είναι στην ουσία η έλλειψη νοήματος ...
Αυτό το νόημα απορροφάται πάντα απο την βιοψυχολογική λήθη των ακούσιων δραματικών κορυφώσεων που ξεγελούν την παραστατικότητα των στιγμών και των μεγάλων ιδεών.
«Η λέξη που ήθελε να προφέρει βρισκόταν στα χείλη της, αλλά της φαινόταν βεβήλωση να την πει. Υπάρχουν λέξεις που υποχωρούν, που αρνούνται – γιατί σημαίνουν υπερβολικά πολλά για τα κουρασμένα από τις λέξεις αυτιά μας».
Είναι αιώνες κρυμμένο σε φωταγωγούς και μουχλιασμένα ντουλάπια, που σκεβρώνουν άδεια απο την πείνα
ή σε θορυβώδη ψυγεία που διατηρούν το λίπος και το βάρος απο ταϊσμένα χαμόγελα, και χλιδάτη αφθονία ματαιοδοξίας
κερδισμένη απο την εκμετάλλευση ηδονικής, καλλίγραμμης, νεανικής σάρκας, αρωματισμένης με ακριβά αρώματα και γέρικα σαλιώμενα πούρα.
Κερδοσκοπεί μέσα σε νοικιασμένες ντουλάπες, κλειδωμένα συρτάρια, σκουριασμένα κάγκελα, σφαλιστά παράθυρα και μυρωδιές ανθρώπων
Ένας χώρος που μέσα του κρύβει ζωές,σκιές απο κορνίζες που συνθλίβουν με τα υγρά χαμογελαστά τους βλεμματα. Μάταια πρωινά και εφιαλτικες νύχτες, φυλαγμένα μυστικά και ψέματα,
καταστάσεις, στοιχεία, παρατηρήσεις,
συνθέσεις βρόμικων τοιχογραφιών,
αναπνοές, μυρωδιές φαγητού στη σκάλα και αναθυμιάσεις χλωρίνης,
ένα καθολικό ομοίωμα της χρονικά τοποθετημένης σύγχρονης κοινωνίας.
📖💥
Καλή ανάγνωση.
Πολλούς ασπασμούς.