- Παλιά, όταν ήμουν δέκα περίπου ετών, παραθέριζα με τους γονείς μου στο εξοχικό μας. Ένα βράδυ, την ώρα που τρώγαμε, η μητέρα μου έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε σπαρακτικά πάνω από το πιάτο της, χωρίς να μιλάει, και ύστερα ο πατέρας μου σηκώθηκε, της έφερε ένα ποτήρι νερό και της χάιδεψε τα μάγουλα. Όταν ηρέμησε ύστερα από λίγη ώρα, ο πατέρας μου τη ρώτησε τι της συνέβη και εκείνη τον κοίταξε, τίναξε τα μαλλιά της προς τα πίσω, έκοψε μια μπουκιά από το κρέας που είχε στο πιάτο της και μασώντας το αργά του είπε: "Τίποτα. Μην ανησυχείς. Απλώς θέλω να μου υποσχεθείς ότι το σκάφος που θα πάρουμε θα το ονομάσουμε "Bobby". Χωρίς να με ρωτήσεις γιατί". Ύστερα συνεχίσαμε το φαγητό μας. - Περίεργο. - Ναι.
Ο Ευθύμης Φιλίππου, γεννημένος το 1977, είναι Έλληνας κειμενογράφος διαφημίσεων, συγγραφέας και σεναριογράφος.
Το 2009 συνυπέγραψε με το σεναριογράφο και σκηνοθέτη, Γιώργο Λάνθιμο, την ταινία «Κυνόδοντας», η οποία βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών με το βραβείο «Ένα Κάποιο Βλέμμα» (Un Certain Regard), ενώ έφτασε μέχρι τις υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το χειμώνα του 2010. Ένα χρόνο μετά, η ταινία «Άλπεις» του ίδιου συγγραφικού διδύμου τιμήθηκε με το Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας.
Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με διάφορα εβδομαδιαία και μηνιαία έντυπα ως εξωτερικός συνεργάτης. Το 2009 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Κάποιος μιλάει μόνος του κρατώντας ένα ποτήρι γάλα».
Το 2013 συνεργάστηκε εκ νέου με το Λάνθιμο στο πρώτο τους αγγλόφωνο πρότζεκτ με τίτλο «Lobster» (σημαίνει «Αστακός»), το σενάριο του οποίου βραβεύτηκε πριν την ολοκλήρωση της ταινίας στη Cinemart του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ.
Εκρηκτικό βιβλίο. Ολος ο κόσμος του Κυνοδοντα και του Υπαρκτου Σουρεαλισμου είναι εδώ και τα σπάει.
"Φταίει ότι σε βίαζε ο πατέρας σου? Ο πατέρας μου δεν με βίαζε ποτε. Αλήθεια; Ναι. Εγώ τον βίαζα. Να έβλεπες το ανυπερασπιστο βλεμμα του κάθε βράδυ που έμπαινα στο δωμάτιο του κι ετρεμε πανω στο κρεββάτακι του. Με συγχώρεσε όμως. Ήμουν ο γιος του.
" Δεν αξίζει να κρατάμε σχέσεις όπου, όταν υψώνεται ο τόνος τής φωνής μας, ο άλλος δεν τρομάζει.
Και το πιο θεϊκό :Ήμουν κι εγώ παλιά σε μία συμμορία. Σκοτωναμε ανθρώπους που ακουγαν λάτιν μουσική. Νομίζαμε ότι μ αυτό τον τρόπο δεν θα εξαπλωνοταν το συγκεκριμένο είδος στην Ελλάδα. Το μεγαλύτερο σχέδιο μάς ήταν την αποκριά του 84. Σχεδιαζαμε μια ομαδική δολοφονία σε ενα μπαλ μασκέ. Σκοτώθηκαν οκτώ άτομα και τραυματιστηκαν αλλοι πέντε. Μετά τα πατατησα. Κατάλαβα ότι ήταν μάταιο. Οι άνθρωποι θα ακουνε λάτιν έτσι κι αλλιώς, οσο κι αν προσπαθήσεις.
Ενα ξεκάθαρο πεντάρι φυσικά, για όσα γέλια με κέρασε.
Αν μία λέξη μπορούσε να χαρακτηρίσει αυτό το βιβλίο, για μένα θα ήταν σίγουρα 'αλλόκοτο' Αποτελείται από έναν σουρεαλιστικό διάλογο, που διαβάζεται με μια ανάσα
[...] - Πώς θα ήταν, άμα δε φεύγαμε ποτέ από αυτό το ζαχαροπλαστείο; - Ποτέ; - Ποτέ. Θα μαζευόταν η αστυνομία, οι συγγενείς μας θα παρακάλαγαν στις ειδήσεις να σηκωθούμε από τις καρέκλες, ο αρχηγός της αστυνομίας θα μας προσέφερε ανταλλάγματα, θα ήμασταν αξύριστοι και ιδρωμένοι, με ξεραμένα παγωτά και λεκέδες από λικέρ στα ρούχα μας. [...]
Και να φύγω από αυτό το βουνό / Το χιόνι θα είναι τόσο πολύ μεταλιζέ και βαρύ / Που θα μου λείψει / Το καλοκαίρι όμως με ρόπαλα μεγάλα θα ξανάρθω / Και αφού χτυπήσω τις αρκούδες που σε χαϊδεύουν, μικρούλα / Αυτό το ίδιο χιόνι θα γίνει μπορντό.