Σε ένα γαλήνιο βασίλειο όπου τα ευγενή συναισθήματα καλλιεργούνται εν αφθονία, για να καλύψουν τον ανελέητο υλισμό των σκέψεων και των φιλοδοξιών. Εκεί, ανάμεσα σε ανθρώπους που ανέχονταν τα πιο ανυπόφορα κλισέ λογικής και σκέψης δίνοντας βάση μόνο στα ωφελιμιστικά γεγονότα, ένας κρυστάλλινος κόσμος που χωράει μόνο αυτούς που είναι συνετοί στην επίπλαστη ευτυχία και παντελώς αδιάφοροι για οποιοδήποτε αμφιβολία ως προς την ηθική ευπρέπεια της ύπαρξης τους.
Εκεί, μέσα, ζούσε το ζευγάρι της ιστορία μας. Μίας ιστορίας με ευδαίμονα αρχή αλλά χωρίς πιθανότητες ανάνηψης μιας αληθινής συνύπαρξης.
Ήταν ένα ζευγάρι συνωμοτών που μελετούσε ο ένας τον άλλον, καχύποπτα, σιωπηλά,διότι το σχέδιο που είχαν καταστήσει σαφές θα έπρεπε να είναι επικερδές. Δεν χωρούσαν συναισθήματα, αξίες, αρχές, γεγονότα οικειότητας ή πίστης. Χωρούσε μόνο ο αντίκτυπος που θα έκανε στην δική τους αξιοπρέπεια, επιβράβευση, στα δικά τους ατομικά πλεονεκτήματα.
Ήταν χέρι-χέρι μα περνούσαν δίπλα απο τη ζωή. Ζούσαν σε ατμόσφαιρες απο πάγο παχύ και αδιαπέραστο που συντηρούσε αναλλοίωτη την ψευτιά τους, την απέχθεια τους, την ελαφριά χροιά της δυσάρεστα υπερβολικής κτηνωδίας τους. Κάθε ηλιαχτίδα, κάθε ζεστό καλοκαιρινό αεράκι το απεχθάνονταν και αγνοούσαν φυσικά το βαθύ και σκοτεινό, το σκληρό και ανελέητο ρεύμα της ζωής. Μιας ζωής που κόχλαζε βαθιά απο λιωμμένους ήλιους πόθου και αγάπης.
Έτσι, θύμα και θύτης, αφεντικό και δούλος, ιδιοκτήτης και ιδιοκτησία άλλαζαν ρόλους μα πάντα ήταν βασικά χαρακτηριστικά σε αυτό το ζευγάρι που όταν θα αποφάσιζε κάποιος απο τους δυο να ξεφύγει ,να φύγει, θα έπρεπε να είχε την τρομερή δύναμη να κάνει επίκληση του πεπρωμένου να κατέβει στη γη και να αλλάξει τη μοίρα και την εξέλιξη. Να πείσει την οικουμένη πως η μοναξιά και η σιωπή είναι οι μεγαλύτερες ευτυχίες της ανθρωπότητας.
Έτσι ξαφνικά ο γυάλινος κόσμος του Άλβαν Χέρβυ κομματιάζεται απο επίθεση κουκουλοφόρων κακοποιών σκέψεων, αμφιβολιών, παραισθήσεων και προκαταλήψεων που έτρεχαν λαθραία το είναι του με ύπουλη βιασύνη για να διαπράξουν ένα έγκλημα.
Ένα σημείωμα εξευτελιστικού αποχαιρετισμού ήταν αρκετό για να αφήσει στη θέση της καρδιάς του μια χούφτα σκόνη. Το μίασμα του φόβου, του πόνου, της εγκατάλειψης, της χαμένης ιδιοκτησίας που είχε στο κορμί της γυναίκας κι ας μην είχε το πάθος πρωταρχικό ρόλο. Ο πόθος του ήταν χλιαρός, είχε κοιμηθεί τον ύπνο της συνήθειας, της σιγουριάς, της απατηλής προσδοκίας για μια τυπική αιωνιότητα. Εμετικά προβλέψιμος ο έρωτας του. Για τον Άλβαν η ηδονή, η σαρκική απόλαυση, η λαγνεία και το πάθος της σεξουαλικής πράξης ήταν κρυμμένα στην απρόθυμη υπαρξιακή του ιδιότητα. Ήταν σύζυγος, οικογενειάρχης, ευκατάστατος, τυπικός, ευγενικός, ελάχιστα δοτικός, κάπως συμπονετικός και αρκετά πρόθυμος για φροντίδες κοινωνικής ανόδου, μα δεν ήταν πια εραστής, δεν ήταν άνδρας που κυριεύει το μυαλό και το σώμα της γυναίκας, δεν ήταν τυφλός απο πόθο, βλάκας απο ηδονή και τρελός απο τη διαφθορά του νοσηρού, επαίσχυντου και χυδαίου, έρωτα της πανοργασμικής κτηνωδίας.
Να γιατί την είχε χάσει. Να γιατί αυτές οι σκέψεις ξέσκιζαν τα σωθικά του, αιφνιδίαζαν την ακεραιότητα του, τον έβρισκαν άοπλο και αβοήθητο σε έναν πόλεμο που έχανε αμαχητί.
Δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά ανάμεσα στο τι είναι, και τί έπρεπε να είναι, ανάμεσα στην απαράδεκτη αλήθεια και την αποδεκτή υποκρισία.
Γνώριζε πως η αλήθεια δεν θα του φαινόταν καθόλου χρήσιμη, τώρα που η εγκατάλειψη τον χτύπησε εν ψυχρώ και του έφερε έναν παροξυσμό λυσσασμένης οργής.
Είχε συνείδηση, ήξερε πως όντας σοκαρισμένος απο ένα ύπουλο και βίαιο χτύπημα, δεν μπορούσε να αντισταθεί, να ανταποδώσει και να ξεχάσει.
Το πλήγμα του ανάδευε με ικανοποίηση πόνο και απόγνωση, συντριβή, αγωνία και συγκίνηση, έντονη συγκίνηση μέχρι δακρύων, κι ας μην κλαίνε οι άνδρες, ας σπαράζουν σιωπηλά κάτω απο το φως μιας αστραπής, αναμνήσεις, ζήλεια, ψυχικό χάος, όλη η απεραντοσύνη του πόνου μπορούσε τελικά να περιέχεται σε μια στιγμιαία ανθρώπινη σκέψη.
Έχασε τη δεδομένη γυναίκα της ζωής του για τις πονηριές του διαβόλου, οι δρόμοι της ανθρωπότητας πλημμυρίζουν φόβο καη φόνο και τότε παύεις να αυτοοικτίρεσαι και κατανοείς πως η απέραντη συμπόνια του θεού έπαψε τελικά ή δεν υπήρξε ποτέ δυνητικά έμπειρη και πρόθυμη να κρατάει τα αρχέγονα ένστικτα της απόλαυσης της σάρκας αλυσοδεμένα, κάτω, βαθιά, στο αδιαπέραστο λυκόφως του στήθους μας.
Ο Άλβαν περνάει όλα τα στάδια του εσωτερικού και εξωτερικού κλονισμού και καταρρέει. Ώρες και φορές παραλύει, τρελαίνεται, παραμιλάει, γκρεμίζει τις ψευδαισθήσεις των εγωιστικών του ονείρων σταθερά και μη αναστρέψιμα.
Η γυναίκα του επιστρέφει το ίδιο βράδυ, καταβεβλημένη, αδρανής, σχεδόν αόρατη ως οντότητα μα η δύναμη της παρουσία της κυριεύει τον απατημένο σύζυγο που προσπαθεί με ενδοσκοπική και παλινδρομική φιλοσοφική αναζήτηση να λυτρώσει τον ίδιο και την ανθρωπότητα που καθρεφτίζεται στα είδωλα του εαυτού του απο την προδοσία, την αδικία και την ματαίωση. Η ματαιοδοξία του εκρήγνυται και κατακαίει κάθε τρόπο συγχώρεσης, η αρρωστημένη ζήλεια του σβήνει κάθε σπίθα εμπιστοσύνης. Δεν μπορεί να αντέξει την αμφιβολία, το ψέμα, την φθονερή πεποίθηση εξαπάτησης και εξευτελισμού.
Αναζητάει την αλήθεια και την αμφισβητεί σε κάθε έκφανση της.
Πρόκειται για ένα πραγματικά συγκλονιστικό διήγημα σχετικά με την εσωτερική υπαρξιακή έρευνα σε έναν κόσμο παγερά αδιάφορο και ανυπόφορα ψυχρό.
Το διήγημα ολοκληρώθηκε το 1897 και εκδόθηκε στην αιωνιότητα κάθε σύγχρονης εποχής.
Τα λόγια εκείνης συνταράσσουν κάθε ανθρώπινη ψυχή όταν ακούγοντας ανάμεσα στα ηθικοπλαστικά παραληρήματα κηρύγματος περί αξιοπρέπειας και αυτοσυγκράτησης εκείνου την κλισέ πετυχημένη έκφραση του :
« Σ’ αγαπούσα πολύ». Τότε του λέει απο τα μύχια της ταπεινωμένης της καρδιάς ότι αν πίστευε πως την αγαπούσε, πως δεν ήταν δίπλα του σαν ένα αντικειμενικό κοινωνικής καταξίωσης, αν πραγματικά την αγαπούσε, δεν θα επέστρεφε ποτέ...
Το γιατί είναι προφανές και καταλύει κάθε αιτία και αφορμή για πράξεις προδοτικές, ταπεινωτικές, για αλήθειες που δεν πίστεψαν σε ανθρώπινες σχέσεις ή για απιστίες που δεν προδόθηκαν απο την προσταγή των θεσμών και γύρισαν πλάτη στην ζεστή αγκαλιά της συντροφικότητας.
💥🔥💥
Καλή ανάγνωση.
Πολλούς ασπασμούς.