Ήταν ή δεύτερη φορά που περνούσα κάτω από το σπίτι της και πάλι δεν τόλμησα ν' ανέβω. Μπήκα σ' όλα τα καφενεία με τ' αχνισμένα τζάμια, τα χνώτα και τις πυρωμένες θερμάστρες, στάθηκα για κάμποση ώρα με μια τρελή επιθυμία μπροστά στο καπελάδικο με την ξύλινη μόστρα βαμμένη παλιό κίτρινο, μα δεν έλεγα να γλιτώσω από κείνο το ανέμισμα των μαλλιών της που στραφτάλιζε στα μάτια μου με όλο το κόκκινο εβραίικο χρώμα. Η Θεσσαλονίκη με βούλιαζε στη μελαγχολία και πήρα το τραίνο για τη Φλώρινα.
Ομολογώ πως με κούρασε το βιβλίο. Δεν έχει κάποια γραμμική συνέχεια ή πλοκή, ούτε μία κεντρική ιστορία για να αγκιστρωθείς. Είναι ένα μίγμα κατακερματισμένης αφήγησης με στοιχεία βιώματος και μυθοπλασίας και αλλεπάλληλες εναλλαγές σε χρόνο και χώρο. Ο αφηγητής αλλάζει επίσης συνεχώς. Άλλες φορές από κεφάλαιο σε κεφάλαιο και άλλες από παράγραφο σε παράγραφο, χωρίς αυτή η αλλαγή να είναι πάντα σαφής. Αναγκάζεσαι φυσικά να την αντιληφθείς the hard way από έμμεσα στοιχεία σκόρπια εδώ και εκεί και μόνο φυσικά αν επιμείνεις και υπομείνεις την ανάγνωση.
Το γλωσσικό ύφος είναι όμορφο, δουλεμένο καλά, με στοιχεία λυρισμού να σου καμουφλάρουν έντεχνα και ικανά τη γενική μπερδεψούρα και τον ίλιγγο που προκαλεί το βιβλίο. Στο τελευταίο 1/3 του τολμώ να ομολογήσω πως γίνεται πιο ευχάριστο δικαιώνοντας οριακά τη φήμη του ως ένα από τα σπουδαία αναγνώσματα της ελληνικής λογοτεχνίας. Η δυσκολία του θεωρητικά αποτελεί και την πρωτοτυπία του, να ψάχνει και να ανακαλύπτει μόνος του ο αναγνώστης τι ακριβώς διαβάζει, ποια η σχέση μεταξύ των πρωταγωνιστών και ποιος είναι επιτέλους ο κεντρικός αφηγητής (οέο).
Θαυμάσια σκληρόδετη έκδοση του Καστανιώτη (επετειακή, 10/18).
Δύσβατο ανάγνωσμα, χρειάστηκε να βάλω πρώτη ταχύτητα και να μαρσάρω τον κινητήρα για να ανέβω. Ο αφηγητής συνεχώς εναλλάσσεται, τα επεισόδια συχνά δεν εκτυλίσσονται γραμμικά στο χρόνο - γενικά τέτοιου τύπου μοντερνιές δεν με τραβάνε. Κι όμως το συγκεκριμένο είχε σοβαρή ουσία και αυτό το ιδιότυπο φάλτσο σου μένει όταν τελειώσει το βιβλίο.
Η αφήγηση σχετίζεται με μια ελληνικότατη ιστορία χονδρικά στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα και παρέλαζει και πάλι η γνωστή θεματολογία: τα Δεκεμβριανά κλπ κλπ. Είναι η δεύτερη φορά φέτος, μετά άλλο βιβλίο του Ι.Ζούργου, που είδα και πάλι το έργο: όχι άλλο κάρβουνο (Note to self).
Το ερωτικό κομμάτι είναι αναπάντεχα φόρα-παρτίδα, γενικά μου έκανε μεγάλη εντύπωση το θάρρος.
Τα τέσσερα αστέρια πάνε βασικά στον μοντέρνο τρόπο γραφής, που ωστόσο είχε ζουμί.
Το «…από το στόμα της παλιάς Remington…» (1981) (εφεξής Remington) είναι μια απόπειρα ανάπλασης μέσω του αφηγητή ανεψιού της ζωής του θείου του, του Δημήτριου. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα και μέσα από τις σελίδες του σκιαγραφούνται μερικά από τα βασικότερα ιστορικά γεγονότα του τόπου. Η Remington, ενώ ζητά από τον αναγνώστη, όπως εξάλλου κάθε έργο μυθοπλασίας, την «αναστολή της δυσπιστίας», καταβάλλει από την άλλη, φιλότιμες προσπάθειες να του δείξει (του αναγνώστη) ότι η αναστολή αυτή δεν παύει στιγμή να συνιστά μια σύμβαση: «[...] [α]ν σηκώσεις την άκρη της κρεμασμένης πάνω από το κρεβάτι κεντητής μπάντας [...] τότε θα δεις την πίσω όψη του παραμυθιού, χαμένη τη μαγεία των χρωμάτων, την τεχνική ξεμπροστασμένη, όλο κόμπους και στηρίγματα και μεγάλες βελονιές» (σ. 341).
Ένα μυθιστόρημα είθισται είτε να μας συνεπαίρνει, καθώς γενναίες δόσεις αυτής της αναστολής μάς κυριεύουν και αφηνόμαστε στα θέλγητρά του, είτε να μην. Απλά πράγματα: εμπίπτουμε δηλαδή σε μια απ’ τις δύο κατηγορίες. Η Remington όμως ανήκει σε μια ειδική κατηγορία, που, παρότι έχει τύχει διεξοδικής ανάλυσης από πλειάδα θεωρητικών, πιστεύω ότι μπορούμε να τη διατυπώσουμε με λόγια απλά: ο αναγνώστης μπορεί, στην περίπτωση της Remington, να έχει και την πίτα ολάκερη, και τον σκύλο χορτάτο. Μπορεί δηλαδή να καταβυθίζεται μακαρίως στην αναστολή δυσπιστίας αλλά ταυτοχρόνως να έχει και πλήρη συναίσθηση της σύμβασης αυτής. Και αυτό δεν είναι διόλου απλό και εύκολο, γιατί συνήθως, «[...] για μερικές ακόμη άνετα καλογραμμένες σελίδες μικροαστικής μισοεπαναστατικής επαρχιακής λογοτεχνίας[...]» (σ. 337), όταν δηλαδή έχουμε να κάνουμε με ελάσσονος σημασίας δημιουργούς, τυγχάνει όχι μόνο να απουσιάζει η πίτα αλλά και ο σκύλος να αλυχτάει πεινασμένος. Η Remington συνιστά μια πρώτης τάξης πνευματική τροφή: χορταίνει πλήρως και τον πλέον απαιτητικό αναγνώστη, χωρίς η ίδια να αναλώνεται σε κάτι κοινότοπο και τετριμμένο· σε κάτι που ευκόλως κατηγοριοποιείται, απομαγεύεται, και βρίσκει τη θέση του ως ένα πλήρως αποκεκαλυμμένο αντικείμενο που έχει απογυμνωθεί απ’ όλα του τα πέπλα.
Ο Πάνου στέκεται κριτικά απέναντι στο υλικό του: το ιστορικό γίγνεσθαι που περικλείει και διαφεντεύει τους ήρωές του, και εκεί βρίσκει την ιδανική γωνία θέασης. Προσέξτε τι λέει ο συγγραφέας εκεί προς το τέλος: «Από παλιά με απασχολούσε η τελική γενίκευση, η συμπίεση που θα οδηγούσε στην εκτυφλωτική έκρηξη, όπου τα γνωστά πρόσωπα, πεσμένα πια από τα βάθρα της διογκωμένης υποκειμενικότητας, θα έπαιρναν την ανάλογη θέση τους, θα χάνονταν δηλαδή μέσα στο πλήθος. Μια τέτοια γενικευτική απόληξη θα ικανοποιούσε τον αναγνώστη [...] [και] [...] θα σχηματιζόταν η εντύπωση ότι ο συγγραφέας οδηγήθηκε στη λύτρωση και ο καλοστημένος διανοητικός μηχανισμός απόδωσε τους καρπούς του» (σ. 335). Είναι εντυπωσιακό ότι ο Πάνου καταφέρνει να εντοπίσει το σημείο ισορροπίας σε τόσες πλάστιγγες. Όχι μόνο δεν ξεχειλίζουν τα πρόσωπα από τις διογκωμένες υποκειμενικότητές τους για να χαθούν μέσα στο πλήθος, αλλά δεν φαντάζουν καν διογκωμένα, ανεβασμένα σε βάθρα, ούτε όμως και χαμένα στο πλήθος. Ο Πάνου –που ξέρει πώς να μην ικανοποιεί τον αναγνώστη με το να ενδίδει σε κάθε του επιθυμία, και που ο καλοστημένος διανοητικός του μηχανισμός δεν αποδίδει εύπεπτους καρπούς– γράφει και είναι σαν να σκέφτεται για τη γραφή του φωναχτά. Έμφαση όμως σε αυτό το «σαν». Είναι τουλάχιστον αφελές να νομίζει κάποιος ότι οι (μεταμυθοπλαστικές) σκέψεις που διανθίζουν το κείμενο δεν συνιστούν με τη σειρά τους απότοκο ταλέντου αλλά και κοπιώδους προσπάθειας. Τίποτα εξάλλου δεν είναι δυσκολότερο από την επίφαση της ευκολίας με την οποία ξεδιπλώνεται η αφήγηση της Remington· τίποτα δεν είναι δυσκολότερο από τη ζυγισμένη ταλάντωση του αφηγητή ανάμεσα στην απόπειρα ανασύνθεσης της ζωής του θείου του και τη συνακόλουθη συνειδητοποίησή του ότι τόσο η δική του ζωή είναι άρρηκτα δεμένη με του θείου του όσο και ότι για να μιλήσει για τον θείο του πρέπει να αναφερθεί εκτενώς και στον εαυτό του. Ο Πάνου, έτσι, μέσα από διαρκείς και συχνά παραπλανητικές εναλλαγές πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης, αποδελτιώνει τον βαθμό σύμπνοιας αλλά και απόκλισης του αφηγητή από τον θείο του. Και όταν ο αφηγητής διερωτάται «[…] τι είναι δρόμος, τι είναι ιστορία;», θα πρέπει να μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι ερωτήσεις αυτές, που τίθενται επιλογικά, έχουν ήδη απ��ντηθεί μυθιστορηματικά: έχουν ακροβολιστεί μέσα στο κείμενο ως δόκιμες ερωτήσεις που τώρα έχουν αποκτήσει ειδικό βάρος.
Δε γνώριζα το συγγραφέα και έφτασα σε αυτό το βιβλίο έπειτα από προτροπή ενός - όπως φάνηκε οξυδερκή- βιβλιοϋπαλλήλου. Εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο με μια από τις πιο ιδιαίτερες γραφές που έχω συναντήσει...