Αντιπροσωπευτικοί τύποι της Μεταπολίτευσης, χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της δεκαετίας του '80, διαπεραστική σάτιρα ενός αποδιοργανωμένου κρατικού μηχανισμού, σπαρακτική αποτύπωση μιας κοινωνίας που παγιδεύτηκε ανεπιστρεπτί σε ψευδαισθήσεις μεγαλείου. Από το 1986, η τιμημένη με κρατικό βραβείο μυθιστορήματος "Φανταστική περιπέτεια" του Αλέξανδρου Κοτζιά μίλησε προφητικά για την υφέρπουσα νεοελληνική κοινωνική κρίση.
"[...] "Η Φανταστική" περιπέτεια, διαβασμένη σήμερα πλέον, θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο, μέσα από την περίπτωση του Αλέξανδρου Καπάνταη, μας μιλά για το παραμύθιασμα μιας ολόκληρης χώρας: τυπικός Νεοέλληνας ο Καπάνταης, που ρίχνει τις ζεϊμπεκιές του τρόπον τινά νωρίς το πρωί της 21ης Απριλίου του 1983, ενώ ο φίλος του πεθαίνει, αδηφάγος, άπληστος, έχοντας πάρει οριστικό διαζύγιο από τον πραγματικό του εαυτό και προσβλέποντας σε θεσμούς βυθισμένους στην ανυποληψία, άγεται και φέρεται έρμαιο των επιθυμιών του. Εν ολίγοις, ο Καπάνταης, τόσο ως δημιουργός όσο και ως δημόσιος υπάλληλος ή σύζυγος και οικογενειάρχης, είναι μια τεράστια, ολοστρόγγυλη φούσκα. Όπως και ολόκληρη η χώρα. [...]"
Ο Αλέξανδρος Kοτζιάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926.
Στην Kατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Από το 1961 ως το 1967 είχε την επιμέλεια της φιλολογικής σελίδας της εφημερίδας Μεσημβρινή, όπου έγραφε και βιβλιοκρισίες. Ως κριτικός εργάστηκε και στο Βήμα (1971-1972).
Τον καιρό της δικτατορίας υπέγραψε τη Δήλωση των 18 Συγγραφέων (1969) και μετείχε στην εκδοτική ομάδα που δημοσίευσε τα Δεκαοχτώ Κείμενα (1970), τα Νέα Κείμενα Ι και ΙΙ (1970-1971) και το περιοδικό Η Συνέχεια (1973). Το 1976 οργάνωσε την Φιλολογική Καθημερινή της οποίας είχε την επιμέλεια έως ότου αποχώρησε από τη δημοσιογραφία το 1982.
Το 1965 έλαβε το Βραβείο Πεζογραφίας της Ομάδας των Δώδεκα για το μυθιστόρημά του H απόπειρα και το 1986 το Α΄ Κρατικό Bραβείο Μυθιστορήματος για τη Φανταστική περιπέτεια. Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, διετέλεσε αντιπρόεδρός της από το 1982 ως το 1984.
Ο νεοέλληνας αστός και η πραγματικότητα μιας κοινωνίας όπου η υποκρισία, η αναξιοκρατία και ο καθωσπρεπισμός περισσεύουν βρίσκονται στο επίκεντρο της ανελέητης αυτής σάτιρας του Αλέξανδρου Κοτζιά (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1986). Σ’ έναν δημόσιο βίο γεμάτο “φελλούς” και λαμόγια, ο (ακραία) απωθητικός κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου (Αλέξανδρος Καπάνταης) καθόλου δεν ξενίζει τον αναγνώστη, καθώς στο πρόσωπό του καθρεπτίζεται ο αριβίστας κρατικός αξιωματούχος (της δεκαετίας του ’80), που ως σημαία ευκαιρίας ύψωνε τη σημαία της Αλλαγής, προσδοκώντας νέα οφίτσια και ακόμη καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας (πατροναρισμένες από το ελληνικό δημόσιο).
Ένας τυπικός (της εποχής) δημόσιος αξιωματούχος ήταν ο Αλέξανδρος Καπάνταης. Με τη διαφορά ότι ο συγκεκριμένος καμωνόταν και τον σπουδαίο και επιφανή λογοτέχνη, κι ίσως έτσι να ήταν αν αναλογιστεί κανείς τους επαίνους και τα βραβεία που κατά καιρούς του είχαν απονεμηθεί. Με λαϊκή καταγωγή (από τη Ματαράγκα Μεσολογγίου) κι έχοντας εξαργυρώσει δάφνες ενός (όχι απαραίτητα αληθινού) αγωνιστικού παρελθόντος, ο Αλέξανδρος Καπάνταης ανελίχθηκε γρήγορα στα δημόσια αξιώματα. Το ίδιο γρήγορη ήταν κι η ανέλιξή του στον χώρο των γραμμάτων («των ιδεών την πόλι»), έτσι που στα πενήντα εννέα του χρόνια βρέθηκε να βραβεύεται -ανήμερα της θλιβερής λαομίσητης επετείου της 21ης Απριλίου του 1983- στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, τόσο για την πολύχρονη και πολύτιμη συμβολή και προσφορά του στα Γράμματα, όσο και για τη αδιάλειπτη παρουσία του στους αιματηρούς και σκληρούς αγώνες του λαού για τη δημοκρατική προκοπή και την αδέσμευτη λευτεριά.
Είναι ποτέ δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος να είναι κάλπης; Κι αν όχι, γιατί δεν είναι εκεί μαζί του η οικογένειά του; Και πως εξηγούνται οι μόλις τριάντα οκτώ (38) παρόντες (συμπεριλαμβανομένων των καθαριστριών του υπουργείου!) στη βράβευση ενός δημιουργού που το συγγραφικό του έργο (μυθιστορήματα, πεζογραφήματα και δραματικά έργα) έχει μεταφραστεί σε δεκάδες ξένες γλώσσες κι ενός δημόσιου αξιωματούχου που εκτός από δραστήριος συνδικαλιστής ήταν και υποψήφιος Ευρωβουλευτής και Δημοτικός Σύμβουλος;
Λόγος καταιγιστικός που βαθμιαία ρέπει σε παραλήρημα, ανατομία μιας εποχής κι ενός είδους ανθρώπου που δυστυχώς δεν αποτελούσε (και δεν αποτελεί) εξαίρεση, ωδή στον (Έλληνα) νεοέλληνα μαλάκα («Καίω τα δέντρα, χτίζω μεζονέτες/θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες/σ’ ένα κλουβί γραφείο σαν αγρίμι/παίζω ατέλειωτο βουβό ταξίμι»), ταξίδι αυτογνωσίας και κρυφοκοίταγμα του ειδώλου μας στον καθρέφτη. Όλα τα παραπάνω και κάτι ακόμη: η σκέψη που πολύ εύστοχα διατύπωσε ο Ηλίας Μαγκλίνης στον πρόλογο που συνοδεύει το βιβλίο στην επανέκδοσή του το 2012: «Εν ολίγοις, ο Καπάνταης, τόσο ως δημιουργός όσο και ως δημόσιος υπάλληλος ή σύζυγος και οικογενειάρχης, είναι μια τεράστια, ολοστρόγγυλη φούσκα. Όπως και ολόκληρη η χώρα…».
Η πρώτη μου επαφή με έναν σημαντικό συγγραφέα που πριν δεν ήξερα, ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Άκρως ενδιαφέρον και επίκαιρο θέμα, ασχολείται με τις ψευδαισθήσεις μεγαλείου του νεοέλληνα στα μέσα της δεκαετίας του 80. Κεντρικός ήρωας ένας ψευτο-ποιητής που περνιέται για πολύ σπουδαίος, και που ζει μέσα σε έναν κόσμο εντελός πλαστό, τον οποίο έχει δημιουργήσει ο ίδιος για τον εαυτό του. Καινοτομικό και πρωτότυπο είδος γραφής, διαβάζεται χωρίς ανάσα παρόλο που δεν χωρίζεται καν σε κεφάλαια σε όλες τις 330 σελίδες του.
Σαρκαστική περιγραφή, με ιδιάζουσα γραφή, του «βίου και πολιτείας» ενός λογοτέχνη-δημοσίου υπαλλήλου, όπου ο ατομισμός, ο ναρκισσισμός, η αρρωστημένη φιλοδοξία και η μισαλλοδοξία πλεονάζουν.....Παράλληλα, σκιαγραφείται με αδρές πινελιές ένας σατιρικός πίνακας που περιλαμβάνει όλες τις βαθμίδες του ελληνικού δημοσίου....
Ξεκίνησα αυτό το βιβλίο χωρίς την παραμικρή ιδέα του τι είναι αλλά αποδείχτηκε για μένα ευχάριστη έκπληξη. Διαδραματίζεται τη δεκαετία του '80 και έχει για πρωταγωνιστή έναν άκρως αντιπαθητικό και ψωνισμένο ''λογοτέχνη'', που δεν θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη ιδέα για τον εαυτό του και τα έργα του, καθώς θεωρεί τον εαυτό του το κέντρο του κόσμου και όλους τους άλλους κατώτερους πνευματικά, έτσι ώστε ακόμα κι αν τους βρίσκει ευχάριστους και συμπαθητικούς, να λειτουργούν γι' αυτόν απλώς σαν διακοσμητικά στοιχεία γύρω του, χωρίς πραγματική αξία. Και πραγματικά ο συγγραφέας κατάφερε να γράψει έναν τόσο απίστευτα αντιπαθή πρωταγωνιστή με τόσο ρεαλιστικό τρόπο που θυμίζει (δυστυχώς) εκείνον τον εντελώς μισητό, αλαζονικό, ψευτοκουλτουριάρη, κυνικό γνωστό σας που φέρατε στο μυαλό σας με αυτές τις λέξεις (ναι, αυτόν), πράγμα που αποδεικνύει ότι έκανε πολύ καλή δουλειά! Γενικά παρουσιάζεται μια κατάσταση αντιπροσωπευτική της νοοτροπίας του Νεοέλληνα την δεκαετία του '80 που δεν έχει αλλάξει, δυστυχώς, μέχρι σήμερα (2020). Καταλαβαίνω γιατί η γραφή απογοήτευσε και κούρασε κάποιους, αλλά νομίζω ήταν η πιο κατάλληλη γραφή για μία ιστορία που διαδραματίζεται σε 24 ώρες, με ασθματική εξέλιξη των γεγονότων, διαρκείς, τυχαίες σκέψεις του αφηγητή και αποσπάσματα από επιστολές και άλλα flashbacks. Η γραφή ταίριαξε απίστευτα με το στυλ του βιβλίου και έκανε μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε μία μέρα τόσο ενδιαφέρουσα για μένα, ώστε την τελείωσα σε μια μέρα. Σε γενικές γραμμές, έξυπνη και απολαυστική ιστορία, την προτείνω!
Καταλαβαίνω γιατί μπορεί να μην αρέσει σε κάποιους. Μη ευθύγραμμη πλοκή, πυρετώδεις αφηγήσεις χωρίς σύνταξη και σημεία στίξης, συνεχείς επαναλήψεις ολόκληρων φράσεων, ένας ατέρμονος σχεδόν μονόλογος γεμάτος λέξεις από τις τοπικές διαλέκτους της Αιτωλοακαρνανίας και όχι μόνο. Αλλά έχει αυτό το κάτι που μιλάει σε έναν περισσότερο απαιτητικό αναγνώστη που του αρέσει η ο σαρκαστικός, σχεδόν γελοίος τρόπος αφήγησης. Το βρήκα καταπληκτικό. Από την αρχή ως το τέλος. Ένα έργο τέχνης, σχεδόν.
Ενώ οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι φοβεροί, ολοζώντανοι και ο συγγραφέας έχει στήσει ένα ρεαλιστικότατο σκηνικό μεγαλομανίας, φιλοδοξίας, "παπατζολογίας", χρόνιες αρρώστιες της μεταχουντικής Ελλάδας η γραφή του κουράζει σε αφόρητο βαθμό και το ρίχνει συνολικά σας ανάγνωσμα. Κάπου παραληρηματική, κάπου επαναλαμβανόμενη, κάπου χαώδης, με κούραζε και με έχανε σαν αναγνώστη.
Βαθιά σατυρική τομή στον Έλληνα της "αλλαγής" . Νεοέλληνας κ ψευδαισθήσεις μεγαλείου - σαν παλαβά κολλήσαν δύο φεγγάρια, ρουφηχτηκανε, κατασπαραχτηκανε..κ τώρα ανάμεσα τους η άβυσσος.