Σ’ έναν Τριακονταετή Πόλεμο πολλοί είναι εκείνοι που εκούσια ή ακούσια θυσιάζονται. Υπάρχουν όμως και κάποιο δεξιοτέχνες της επιβίωσης που μεθοδικά και αδίσταχτα αξιοποιώντας τα όσα προσόντα τους χάρισε η φύση επιδιώκουν ένα και μοναδικό σκοπό: να διολισθήσουν μέσα από τη κοινή δοκιμασία αλώβητοι. Τέτοιος προικισμένος δεξιοτέχνης είναι και ο ήρωας αυτού του βιβλίου.
Το κρίσιμο τριήμερο της φοιτητικής εξέγερσης στις 14, 15 και 16 Νοεμβρίου 1973 τον ρίχνει βέβαια σε μια δεινή εμπλοκή που τον αναγκάζει να κινητοποιήσει όλες του τις δυνάμεις για να εξασφαλίσει την προσωπική σωτηρία του. Συνάμα δίνει το έναυσμα για μια συνοπτική και γόνιμη και διδακτική αναδρομή στο νεοελληνικό Τριακονταετή Πόλεμο. Ωστόσο, ο αναγνώστης θα πρέπει να σημειώσει ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι ιστορία ή χρονικό. Ο συγγραφέας του φιλοδόξησε να γράψει κάτι πιο αληθινό από την ιστορική αλήθεια – ένα μυθιστόρημα.
Ο Αλέξανδρος Kοτζιάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926.
Στην Kατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Από το 1961 ως το 1967 είχε την επιμέλεια της φιλολογικής σελίδας της εφημερίδας Μεσημβρινή, όπου έγραφε και βιβλιοκρισίες. Ως κριτικός εργάστηκε και στο Βήμα (1971-1972).
Τον καιρό της δικτατορίας υπέγραψε τη Δήλωση των 18 Συγγραφέων (1969) και μετείχε στην εκδοτική ομάδα που δημοσίευσε τα Δεκαοχτώ Κείμενα (1970), τα Νέα Κείμενα Ι και ΙΙ (1970-1971) και το περιοδικό Η Συνέχεια (1973). Το 1976 οργάνωσε την Φιλολογική Καθημερινή της οποίας είχε την επιμέλεια έως ότου αποχώρησε από τη δημοσιογραφία το 1982.
Το 1965 έλαβε το Βραβείο Πεζογραφίας της Ομάδας των Δώδεκα για το μυθιστόρημά του H απόπειρα και το 1986 το Α΄ Κρατικό Bραβείο Μυθιστορήματος για τη Φανταστική περιπέτεια. Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, διετέλεσε αντιπρόεδρός της από το 1982 ως το 1984.
από τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα της ελληνικής λογοτεχνίας: οι σκέψεις που περνάνε από το μυαλό ενός ασφαλίτη κατά τη διάρκεια του τριήμερου του Πολυτεχνείου το 1973
Νιώθω πολύ μικρή και ασήμαντη για να μιλήσω για αυτό. Αν το προσπαθούσα μάλλον θα μείωνα την αξία του. Δεν μπορώ να μεταφέρω όλες τις σκέψεις που μου δημιούργησε και τα συναισθήματα που μου άφησε. Και στην τελική, δεν θέλω. Διαβάστε το.
Ένα βιβλίο για το Πολυτεχνείο και τα όσα συνέβαιναν εκείνες τις μέρες της χούντας στην Αθήνα. Ο Μένιος Κατσαντώνης, λοχίας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, χάνει το υπηρεσιακό του όπλο και βρίσκει το μπελά του καθότι ανακρίνεται στην Ασφάλεια, με ό,τι σήμαινε τότε αυτό. Φτωχοδιάβολοι, στρατιωτικοί, υπουργοί της χούντας, μας δείχνουν πως λειτουργούσε το καθεστώς. Είναι ένα περίεργο βιβλίο κι αυτό το λέω κυρίως για τον τρόπο γραφής του, που είναι χαώδης. Δεν έχουμε έναν συγκεκριμένο αφηγητή, ούτε μια συνηθισμένη ροή λόγου. Είναι ένα ιδιαίτερο συγγραφικό ύφος, που έχει το στιλ του προφορικού λόγου των ηρώων με εσκεμμένα γραμματικά λάθη. Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, δημοσιογράφος και πατέρας της κριτικού λογοτεχνίας, Ελισάβετ Κοτζιά, έγραψε το βιβλίο το 1979 για να εξιλεωθεί, που δεν είχε αντιταχθεί ανοιχτά στην επταετία, και νομίζω ότι τα κατάφερε αρκετά καλά. Θεωρώ ότι οι Εκδόσεις Κέδρος θα έπρεπε να ανατυπώσουν αυτό το βιβλίο.
Κάθε χρόνο το Νοέμβρη διαβάζω κάτι σχετικό με το Πολυτεχνείο. Φέτος, ολοκλήρωσα το βιβλίο "Αντιποίησις Αρχής" του Αλέξανδρου Κοτζιά, και είναι ένα βιβλίο που δε θα το ξεχάσω ποτέ. Τρία σημεία θα θελα να μοιραστώ που μου έκαναν εντύπωση.
1 - το εύρημα. Πόσοι θα τολμούσαν να διηγηθούν μια τόσο τεράστια και κεντρική ιστορία, όπως αυτή του Πολυτεχνείου, μέσα από τη ματιά ενός όχι απλά αντιήρωα, αλλά χαφιέ της Ασφάλειας; Ειλικρινά δε θυμάμαι να έχω ξανα διαβάσει κάτι αντίστοιχο. Αντιήρωες έχουμε ξανα δεί, η Ζέγκερς πχ βάζει ήρωα έναν πρώην φύλακα στρατοπέδου συγκέντρωσης, αλλά δε συγκρίνεται το μέγεθος νομίζω. Εδώ έχει στο background μια από τις φωτεινότερες στιγμές του ελληνικού 20ού αιώνα και στο προσκήνιο το ακριβώς αντίθετό της. Ρησπέκτ.
2 - η γλώσσα. Ένα ατέρμονο, υπέροχο και ζόρικο παραλήρημα, μια ροή συνείδησης στην πιο ακραία της μορφή, όχι απλά παρόν παρελθόν μέλλον όλα μαζί αλλά και μείξη ψευτοκαθαρεύουσας, ξύλινου λόγου του καθεστώτος, "κουτσαβακικού" ιδιώματος του δρόμου της εποχής, ελληνοποιημένων ξένων λέξεων, λέξεων δικών του από συναιρέσεις ή παραφράσεις άλλων, και ενδιάμεσα σε όλα αυτά, η δροσερή φωνή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ανάσα στο ζόφο του υπόκοσμου. Χρειάστηκε άπειρες φορές να πάω πίσω να ξανα διαβάσω μια παράγραφο για να καταλάβω τι έλεγε; Χρειάστηκε. Μου στέρησε την απόλαυση; Ούτε καν.
3 - ο πρωταγωνιστής ως σύμβολο. Ο Μένιος Κατσαντώνης, ή Καρδερίνης, είναι ένας χαφιεδάκος της Ασφάλειας από τους εκατοντάδες εκείνης της εποχής, και στο βιβλίο τον παρακολουθούμε καθώς γυρνάει στην Αθήνα τις τρεις ηρωικές μέρες του Πολυτεχνείου, χαφιεδεύοντας, κοροϊδεύοντας, γλείφοντας, παρακαλώντας και απειλώντας (όπου τον έπαιρνε) προκειμένου να σώσει το τομάρι του, να ξεμπλέξει από διάφορα και να βγάλει και κανα ψιλό. Ο Κοτζιάς τον βάζει να μας πει την ιστορία του, τα βάσανά του, όμως, σε αντίθεση με πολλά βιβλία αντι-ηρώων, δεν μας τον κάνει καθόλου συμπαθή. Είναι πάντα ένα απόβρασμα, ανήμπορος να φτιάξει έστω και μια πραγματική σχέση ή να έχει μια στιγμή ειλικρίνειας. Τον χρησιμοποιεί, κατά τη γνώμη μου, σαν κοινωνική ακτινογραφία μιας "κάστας" και μιας εποχής, σαν δίοδο για να γνωρίσουμε αυτούς που κατόπιν "στελέχωσαν" τον κρατικό μηχανισμό των καταδοτών: είτε πρώην δοσίλογοι ή μέλη του υποκόσμου, ή απλά ένα μάτσο φοβισμένα ασπόνδυλα ανθρωπάκια, χωρίς ελπίδα ή διέξοδο και χωρίς συνείδηση, που έζησαν μια ανυπόλυπτη ζωή και είχαν έναν ακόμα πιο ανυπόληπτο θάνατο. Όπως ο Καρδερίνης δηλαδή.