Συχνά στο σχολείο με κορόιδευαν ή με κατηγορούσαν για κάτι που υποτίθεται πως είχα κάνει. Αν δεν αντιδρούσα, έλεγαν ότι αφού δεν το αρνούμαι, ισχύει. Αν αντιδρούσα, μου έλεγαν ότι έχω τη μύγα και μυγιάζομαι. Αν θέλουν οι άνθρωποι να σε διαλύσουν, θα σε διαλύσουν, και λίγα πράγματα σου απομένουν να κάνεις. Εμένα μου απέμενε να κάνω ένα μόνο πράγμα: να περιμένω να έρθει κάποτε η σειρά μου και να τους διαλύσω με τη σειρά μου.
Ο Γιώργος Λαμπράκος γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Έχει γράψει και μεταφράσει πάνω από σαράντα βιβλία. Κείμενά του για τις τέχνες και τον πολιτισμό δημοσιεύονται τακτικά σε περιοδικά και εφημερίδες. Διατηρεί την "ιστοσανίδα" https://lamprakos.wordpress.com/
«Η αλήθεια είναι ότι είμαι παιδί αντικατάστασης. Αυτό σημαίνει ότι η μάνα μου έχασε ένα παιδί και δεν περίμενε καθόλου μέχρι να φουσκώσει πάλι. Αυτό σημαίνει ότι ζω επειδή κάποιος πέθανε, ότι πήρα τη θέση ενός νεκρού. Τον θάνατο εκείνου του αγέννητου δεν θα τον συγχωρήσω ποτέ». Τι όμορφη μινιατούρα! Ενδιαφέρουσα θετική έκπληξη.
Μέσα από την πένα του Γιώργου Λαμπράκου, ο Μανόλης Αλεξανδράκης γράφει στον υπολογιστή του ένα εκτενές σημείωμα, ένα ωμό μανιφέστο, το οποίο έρχεται να ανακαλύψει μήνες μετά η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, δίπλα στο πτώμα του, το οποίο ψάχνει κάποια γη να αποσυνθεθεί. Το σημείωμα αποτελεί μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση της αξιολόγησης που κάνει για τη ζωή του, από τις πρώτες μνήμες μέχρι το τελευταίο αντίο. Ο Μανόλης Αλεξανδράκης ξεδιπλώνει πλούσιους φιλοσοφικούς προβληματισμούς, με ερειπωμένο και ανά στιγμές εφηβικό ύφος, ιδιαίτερα κοφτό, χωρίς να στερείται μουσικότητα ο λόγος του. Σύντομες και αιχμηρές προτάσεις, στεγνές από οποιοδήποτε στολίδι της γλώσσας, παραδίδονται μηδενιστικά γύρω από όλα όσα τον ενοχλούν, όσα μισεί και για όσα βιώνει αδιάφορα και καταναγκαστικά.
Ο αναγνώστης ίσως καταφύγει στην αμηχανία ως τελευταίο καταφύγιο, μέχρι να παραδοθεί σε αυτές τις μικρές παραγράφους συμπερασματικής γνώσης, δεκτικός πια για τον σφυγμό της σχιζοειδής πραγματικότητας του Μανόλη.
Τα σημεία σύνδεσης μαζί του είναι μετρημένα, ωστόσο δεν είναι κάτι καθόλου δυσάρεστο ή αντιπαθητικό. Η αποκοπή του από κακοποίηση και ανθρώπινη σιχαμάρα γίνεται με τρόπο ελκυστικό, καθώς έχει δομηθεί ένα πλαίσιο μοναδικότητας, λες και αυτή είναι η πρώτη και τελευταία φορά που ο Μ. απευθύνει τον λόγο. Μη αναμενόμενο, αλλά μιλάει- και η φωνή του, ο τρόπος του, είναι γεμάτα αναμενόμενες απουσίες.
Γεμάτος με άδειασμα, καταφεύγει στο ίντερνετ, κάτι που με ακούμπησε. Συχνά έλεγα πως ο πραγματικός μου εαυτός ζει στο ίντερνετ. Με τον ίδιο τρόπο με ακούμπησε η Πάπρικα, με το: «Don't you think dreams and the internet are similar? They're both areas where the repressed conscious mind vents».
Το τέλος παραμορφώνεται -κάτι εξίσου κατάλληλο- μιας και όλα τα προηγούμενα στάδια ήταν κατά μια έννοια εξίσου αλλοιωμένα.