Κάτω από τον ειρωνικο-καταστροφικό τίτλο, Συνηθίζει κανείς τις συντέλειες του κόσμου, ο συγγραφέας του τόσο καλτ μυθιστορήματος Πώς έγινα βλάκας, μας δίνει μια γοητευτική τραγικωμωδία με ήρωα έναν τριαντάχρονο, πετυχημένο κινηματογραφικό παραγωγό που, ύστερα από ένα σωρό περιπέτειες και ανατροπές, βρίσκει τον πραγματικό εαυτό του και τον έρωτα της ζωής του. Γύρω από τον πρωταγωνιστή, τον Ελιάς, κινείται ένα πλήθος από εξαιρετικά ενδιαφέροντα, συχνά εντελώς εκκεντρικά, πρόσωπα: η αλκοολική πρώην αγαπημένη του, ένας σκηνοθέτης-θρύλος του σύγχρονου κινηματογράφου, ένας τύπος του υπόκοσμου με συγγραφικές φιλοδοξίες, ένας άθλιος ιδιωτικός ντετέκτιβ, μια αποτυχημένη ταλαντούχα ηθοποιός... ο καθένας με τη δική του ιστορία, τη δική του συντέλεια του κόσμου..
French writer Martin Page is the author of the bestselling novel, How I Became Stupid, which won the Euroregional schools’ literature prize, an award given by Belgian, Dutch and German students. His novels have been translated in a dozen languages. He also writes for children (I am an earthquake, Conversation with a chocolate cake…). He is a recipient of the Akademie Schloss Solitude Fellowship. He lives in Paris.
J'avais découvert l'auteur dans La Nuit a dévoré le Monde, un excellent et intelligent huis clos zombie. Si j'ai retrouvé, ici, la plume posée et travaillée qui m'avait plu, je suis resté complètement hermétique à cette histoire dont les enjeux ne m'ont jamais séduit. Tant pis...
"Ο Καλντερά έσβησε το φως του διαδρόμου. Ο Ελιάς δεν κατάλαβε γιατί αυτό το σκοτάδι. Τότε ο ηλικιωμένος άντρας τον αγκάλιασε. [...] υπάκουε σε έναν πανάρχαιο, ξεχασμένο κανόνα".
Συνηθίζει κανείς τις συντέλειες του κόσμου. Μαρτέν Παζ. 📖📖📖 “Τ’ αστέρια δεν είναι πλασμένα να τα πιάνουμε. Αν σας προσφέρουν ένα, φυλαχτείτε, δώστε του μια και πετάξτε το μακριά, πάρα πολύ μακριά, έτσι που να ξαναβρεί τη θέση του μες στους κόλπους του ουρανού. Δεν κερδίζουμε ποτέ μας. Εν πάση περιπτώσει, δεν κερδίζουμε ποτέ κάτι που να λάμπει και να είναι ταυτόχρονα και αγνό.” “Επειδή νιώθεις πολύ άσχημα και οι ευτυχίες που έχεις μαζέψει σαν ένας εισοδηματίας αισθημάτων έχουν αρχίσει να σαπίζουν”. Και κάπως έτσι ξεκινά στις πρώτες του σελίδες ο Μαρτέν Παζ, που δεν είναι ακριβώς ο Μαρτέν Παζ αλλά δεν είναι κι άλλος, γιατί υποθέτω πως ο άνθρωπος δεν είναι μονοδιάστατος για να πετυχαίνει σταθερά και σε κάθε του δημιουργία την ίδια έκφραση. Η διαφορά με τα υπόλοιπα έργα του βρίσκεται στη διάθεση. Στις συντέλειες του κόσμου δε συναντά κανείς εκείνη την κλίση προς το φαιδρό, την ουτοπική προσέγγιση μιας πραγματικότητας που καταλήγει πάντα να είναι περισσότερο διασκεδαστική ιδωμένη υπό το πρίσμα μιας ανάλαφρης τρέλας, αναγνωρίσιμης και γι’ αυτό οικείας, και γι’ αυτό καθησυχαστικής και γι’ αυτό αγαπημένης, που σε ωθεί ξανά και ξανά να αναζητήσεις αυτόν τον καταπληκτικό δημιουργό, που όπως έχω ξαναπεί, θεωρώ ως ένα από τα πιο όμορφα και επιτέλους (αναγκαία) χαρακτηριστικά δείγματα σύγχρονης γραφής. Εδώ ο ήρωάς του δεν αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με εκείνη την ελαφράδα, την αισιοδοξία, το γαλήνιο “άφημά” του στη ροή. Εδώ υπάρχει μία παραίτηση και μελαγχολία, και μεγάλες ποσότητες από την αλήθεια αυτού του κόσμου, φορτωμένη με απογοήτευση, με αδυναμία, με εύκολο κέρδος και ξεπούλημα, με εκείνη την ύπουλη επένδυση στην αντικαταστασιμότητα, και πολύ από αυτό το χαρακτηριστικό της εποχής μας τις “νεοφιλελεύθερες σχέσεις”.
Ναι, υπάρχει έντονος καπιταλισμός στις σχέσεις των συντελειών, όπως και του κόσμου γύρω μας, κι όχι δε θα αρχίσω τα πολιτικά σχόλια, οπότε μη σκιάζεστε. Υπάρχει όμως και ένας έντονος αντίποδας σε όλο αυτό, μια εκ βαθέων ουσία που εκδηλώνεται ακαριαία απλά, χωρίς αναλύσεις ��αι μακροσκελείς εξηγήσεις. Λέει σε μια παράγαφο:" είχαν γίνει φίλοι με την πρώτη ματιά. Γιατί; Γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Θα έλειπαν ο Βορράς, η Ανατολή, ο Νότος ή η Δύση, αν δε γίνονταν φίλοι. Κάτι τι θα ήταν πολύ στραβό σε αυτόν τον αναθεματισμένο κόσμο".
Γι' αυτό αγαπώ αυτόν τον άνδρα -παιδί συγγραφέα, γιατί δεν καλλιεργεί κάποια ιδιότητά του εις βάρος μιας άλλης, είναι απ'όλα και σε μια σωστή ισορροπία. Σ' αυτο το βιβλίο συναντάς μια ειρωνεία όχι εκείνη "που σε κάνει να νιώθεις πυρκαγιά" και έτοιμος να κατακτήσεις τον κόσμο, αλλά μια ειρωνεία άλλης ποιότητας διακριτική μεν αλλά δηκτική, που κινητοποιεί μέσα σου μια γκάμα αντιδράσεων από αγανάκτηση μέχρι τύψεις. Εντοπίζεις μια αλλαγή στον ίδιο τον δημιουργό, μια ωριμότητα που κάπως τον έβγαλε από το κέντρο βάρος του, σαν να μετακίνησε τις θέσεις του από την εικόνα ενός κόσμου που είχε αποφασίσει να βλέπει μέχρι τώρα. Ωστόσο, συναντάς τον Παζ ανυποψίαστα στις χαραμάδες του έργου του, σε μικρά περιστατικά, στα γλωσσικά τερτίπια, στις εκφραστικές τριπλές, στην υπέροχη φλυαρία του, στην ξεκάθαρη φιλοσοφική του διάθεση που δίνει πάντα το παρόν ακόμα και στις πιο παλαβές καταστάσεις. Έχει κάποια υπέροχα σημεία, ιδιαίτερα κάποιες σκέψεις του για τον έρωτα και πόσο συχνά τον μπερδεύουμε με τις συνεξαρτήσεις, όπου θαύμασα και την πένα του, και την ξεκάθαρη σκέψη του, και τον όμορφα δομημένο λόγο του που μπορεί να του προσδώσει καλαισθησία ταυτότητα και λογοτεχνικό βάθος, χωρίς να το προσπαθεί πολύ. Αυτό ακριβώς πιστεύω για τον Παζ. Πώς γεννήθηκε λογοτέχνης και ο λόγος του ρέει αβίαστα δημιουργικός χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Εννοείται πως το λάτρεψα κι ας μη γέλασα, εννοείται πως το προτείνω, εννοείται πως θέλω να τον γνωρίσω προσωπικά, εννοείται πως περιμένω να γράψει στο εγγύς μέλλον κάτι άλλο, εννοείται πως θα ήθελα να ήταν φίλος μου και εννοείται πως τελειώνοντας την ιστορία έπαθα Μαρινέλα " κι ύστερα κι ύστερα να δεν υπάρχει ύστερα" κι εννοείται πως εννοούνται ακόμα πολλά και διάφορα. "Στους φίλους που απορούν με το πάθος μου γι' αυτήν την πόλη, θα πω πως μένω στο Παρίσι για να ζω στο εξωτερικό. Όλες οι χώρες είναι στη διάθεσή μου. Στους κινηματογράφους, στις βιβλιοθήκες και στα εστιατόρια του Παρισιού βρίσκεις ολόκληρο τον πλανήτη. Οι ξένοι είναι οι μόνοι απαραίτητοι κάτοικοί του επειδή ευνοούν τη μη- επικοινωνία. Όταν αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε κάποιον αναπόφευκτα απογοητευόμαστε. Η παρανόηση είναι ο θεμέλιος λίθος των κοινωνικών σχέσεων κι έχει κάνει το Παρίσι μια μεγάλη πόλη συναντήσεων και συζητήσεων, την πρωτεύουσα του έρωτα!"
μικρά μαθήματα καυστικής ειρωνείας.. να κρύβεσαι πίσω από το απόλυτα προφανές.. να γίνεσαι ηττοπαθής και να παραίτησε από τα πιστεύω σου απλά και μόνο για να κατευνάσεις τις Ερινύες που σε κυνηγούν- δεν κατευνάζονται, άπλα! και το - τόσο μα τόσο κλισέ πλέων- μα που αρνούμαστε πεισμωτικά παρά την γνώση μας, να αποδεχτούμε και να κάνουμε κάτι για αυτό επιτέλους-- οτι αρνούμαστε να ζήσουμε το Παρόν μας και αυτό αποτελεί την κύρια αιτία των προβλημάτων μας. Καταφεύγουμε αέναα σε μιαν απόφυση του παρελθόντος, έτσι που στην πραγματικότητα το σήμερα απλά δεν υφίσταται και το αύριο χάνεται πολύ πριν γεννηθεί. Σου χαρίζει μια αφάνταστη ευκρίνεια το βιβλίο του Παζ στο τέλος του.. Ωραίο ανάγνωσμα.. άγεται και φέρεται από τα πάθη του .
Dans chaque drame est tissée une leçon positive, il suffit de trouver le fil décousu qui dépasse et de le suivre...
C'est ce que nous propose de faire Martin Page avec le protagoniste principal de ce petit roman, menant une vie tranquille dans le monde pas du tout tranquille du cinéma. Enfin, tranquille jusqu'au jour où de ricochets en ricochets, son monde finira par s'éteindre à petit feu... à moins que les larmes finissent par couvrir l'incendie.
Très agréable lecture, immersive, où l'on ne sait plus s'il faut sourire ou pleurer, vivant l'histoire avec la même torpeur qu'Elias, les mêmes grimaces. Un conte grinçant sur la vie qui nous confirme que oui, on s'habitue aux fins du monde.
Quand on est habitué aux doux dingues qui traversent les romans de Martin Page, on est presque étonné de la normalité du héros de 'On s'habitue aux fins du monde', Elias. Mais ses failles sont révélées aussi brutalement que le coup de poing que lui assène un célèbre metteur en scène dont il se sentait pourtant proche, et qui le pousse à reconsidérer sa vie, son travail et ses amours. L'un des Page les plus noirs et les plus mélancoliques, où, encore une fois, la fantaisie de l'écriture accomplit l'exploit d'aller au coeur des sentiments vrais et vécus.