Η πρώτη μου επαφή με τον κόσμο του Σαρτρ μου άφησε πολύ καλές εντυπώσεις. Μου άρεσε πολύ ο ιδιαίτερος τρόπος του να εμβαθύνει στην ψυχοσύνθεση των ηρώων και φυσικά το περιβόητο, και χαρακτηριστικό του, Παράλογο.
Από το πρώτο διήγημα μου έμεινε ο ηρωισμός του κρατούμενου, η πολύ όμορφη περιγραφή της στάσης και της ψυχολογίας του μελλοθάνατου, αλλά κυρίως αυτή η τραγική επίδραση του Τυχαίου.
Στο δεύτερο μου κίνησε πολύ το ενδιαφέρον ο κόσμος του ψυχικά διαταραγμένου ανθρώπου.
Στο τρίτο με εντυπωσίασε το πόσο αδικαιολόγητο μίσος και πόσα συμπλέγματα μπορεί να κρύβει μέσα του ένας δολοφόνος εν πλήρει συνειδήσει.
Το τέταρτο δεν το βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ίσως να ήταν μια σκιαγράφηση ενός ανέμελου γυναικείου τρόπου σκέψης της εποχής.
Στο τελευταίο, ο συγγραφέας κάνει μια αναδρομή στα παιδικά και νεανικά χρόνια ενός φασίστα. Ενός παιδιού που μεγάλωσε σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Ένας νέος που, όπως όλοι, αναζητά τη σεξουαλικότητά του, καθώς και το νόημα της ύπαρξης και περνά από διάφορα στάδια, ώσπου καταλήγει να νιώσει ολοκληρωμένος, γινόμενος μέλος μιας παρέας ρατσιστών, μιας συμμορίας, η οποία δέρνει και προπηλακίζει αλλοεθνείς σε κάθε ευκαιρία. Είναι η περίοδος της ανόδου του Χίτλερ. Το διήγημα αυτό, για τα τότε δεδομένα, αποτέλεσε, φαντάζομαι, μια "γροθιά στο στομάχι" γιατί παρουσίασε το φασισμό εν τη γενέσει, υπό ένα πρωτότυπο και ψυχογραφικό πρίσμα. Για 'μένα, "τα Παιδικά χρόνια ενός αρχηγού" ήταν τροφή για σκέψη.