Η Λορέιν πάει στο Λίβινγκστον. Ένα ερωτικό μυθιστόρημα εποχής και rave.
Η ιστορία είναι μια χαρακτηριστικά σκοτεινή, σατιρική και ανατρεπτική ιστορία του Welsh, η οποία ωστόσο δείχνει πρώιμη και κακογραμμένη. Είναι, σίγουρα από τα πιο προκλητικά κείμενά του, όπου αναμιγνύονται το ρομαντικό κιτς με σκηνές κτηνοβασίας και νεκροφιλίας, φλερτάροντας έντονα με το κακόγουστο. Το διήγημα αυτό μυρίζει "κοκαΐνη και νιότη" — γραμμένο εν βρασμώ, χωρίς φίλτρο, πολύ περισσότερο από το trainspotting που προηγήθηκε. Δεν υπάρχει ψυχογραφία, κομψό ύφος, δομημένη αφήγηση, σαν ο Welsh να γράφει σκόπιμα "άσχημα" για να μιμηθεί τόσο τα γελοία ρομαντικά μυθιστορήματα όσο και την αισθητική του underground rave. Η παρωδία όμως πολλές φορές δεν λειτουργεί∙ οι επαναλήψεις είναι κουραστικές, οι χαρακτήρες επίπεδοι, η πλοκή άχαρη και στημένη.
Καλά όλα αυτά, αλλά τι συμβαίνει στο διήγημα; Η Rebecca Navarro είναι μια επιτυχημένη συγγραφέας ρομαντικών μυθιστορημάτων εποχής (Regency romances) που μένει παράλυτη μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και αρχίζει να βλέπει τον πραγματικό κόσμο. Συνειδητοποιεί ότι ο σύζυγός της είναι ένα άπιστο καθαρματάκι που την εκμεταλλεύεται οικονομικά. Με τη βοήθεια της νοσοκόμας της, Lorraine (μια νεαρή φαν του rave και του ecstasy), η Rebecca βγαίνει από τη θολούρα της και αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ως έχει.
Ναι, προφανώς και είναι παρωδία των ρομαντικών μυθιστορημάτων εποχής, αλλά με ένα twist, το χιούμορ και την αισθητική του Welsh. Αυτό σημαίνει ότι θα φας στη μούρη rave, ecstasy, νεκροφιλία και πήδημα στρατηγικά ξυρισμένων προβάτων.
Αν ήταν το πρώτο του βιβλίο, θα ήταν ΟΚ, αλλά επειδή έχει προηγηθεί το εμβληματικό Trainspotting, η απάντηση είναι «μπορείς και καλύτερα, από μένα είναι όχι».
Fortune's Always Hiding: A Corporate Drug Romance.
Ειδικά για τους μη άγγλους-ποδοσφαιρόφιλους, ο τίτλος προέρχεται από τον ύμνο της West Ham.
Πάλι απομακρυνόμαστε από την ηρωίνη του Trainspotting καθώς ο Welsh μας γρονθοκοπεί με ρομαντική αγάπη μέσα από το πρίσμα της house μουσικής, του ecstasy και της οπαδικής (αλλά όχι μόνο) βίας, συνδυάζοντας τη μαύρη κωμωδία, τη βία και την κοινωνική κριτική.
Η Samantha Worthington, έχει γεννηθεί χωρίς χέρια, θύμα μιας φαρμακευτικής ουσίας (παρόμοιας με τη θαλιδομίδη) που κυκλοφόρησε στο εμπόριο παρά τις γνωστές παρενέργειές της. Είναι γεμάτη οργή και αποφασισμένη να πάρει τον νόμο στα χέρια της (ουπς…), τέλος πάντων να εκδικηθεί, δυνατά, εμφατικά και με πολλή χλαπαταγή. Έτσι, στρατολογεί τον Dave, έναν (όχι ιδιαίτερα υψηλής νοημοσύνης) βίαιο χούλιγκαν της West Ham και μικροκακοποιό που την έχει ερωτευτεί παράφορα, για να εντοπίσει και να εκδικηθεί αυτόν που θεωρεί ως κύριο υπεύθυνο για την κατάστασή της από τη φαρμακευτική εταιρεία.
Το διήγημα αποτελεί μια λίγο αδέξια και έμμεση επίθεση στην υποκρισία της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, αντιπαραβάλλοντας τις νόμιμες, αλλά καταστροφικές φαρμακευτικές ουσίες με τις παράνομες ψυχαγωγικές. Όπως συνηθίζει ο Welsh, η βία είναι ωμή και γραφική. Η εκδίκηση της Samantha κλιμακώνεται σε φρικιαστικά επίπεδα, με τον Dave να γίνεται συνένοχος σε πράξεις ακρωτηριασμού (μου στέρησες τα χέρια μου, σου στερώ τα δικά σου, κ.λπ.). Ο δε Dave αντιπροσωπεύει την απόλυτη αρρενωπότητα του χούλιγκαν. Μέσα από την οπτική του, ο Welsh δείχνει πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πηγή χαράς, αλλά αφορμή για σύγκρουση και βία. Από την άλλη, αν είσαι fan της West Ham, έτσι κι αλλιώς δεν περιμένεις πολλές χαρές από τη ζωή…
Ο Dave είναι μισογύνης, ρατσιστής και κλέφτης, ωστόσο η αφήγηση είναι δοσμένη σε πρώτο πρόσωπο από τη δική του οπτική, κάνοντάς τον περίεργα συμπαθή μέσα στη διαστροφή του. Ίσως αυτό να οφείλεται στο σκίρτημα του έρωτα που τον μετατρέπει από μαινόμενο εγκληματία ουραγκοτάγκο σε μαινόμενο εγκληματία ουραγκοτάγκο με πεταλούδες στο στομάχι.
Το πρόβλημα του διηγήματος έγκειται στο ότι ο Welsh οδηγεί κάποια από τα χαρακτηριστικά του σε τέτοια ακραία όρια, που η πρόζα του αρχίζει να καταρρέει. Σε άλλα έργα του (π.χ. Trainspotting, Filth) η εκδίκηση και η κοινωνική οργή έχουν πολυπλοκότητα. Εδώ, η Samantha είναι ένα θύμα χωρίς καμία ευθύνη (γεννήθηκε έτσι από αμέλεια εταιρείας που ήθελε να βγάλει φράνκα) και οι στόχοι είναι απόλυτα τέρατα (διεφθαρμένα στελέχη της φαρμακευτικής). Δεν υπάρχει ηθικό γκρίζο, αλλά μια ιστορία δονκιχωτικής εκδίκησης με κανιβαλισμό. Που σε απωθεί λιγάκι, ιδίως όταν η αφήγηση είναι υπερβολικά γραμμική, χωρίς τις ψυχεδελικές εκτροπές, με βία που τείνει προς το σπλάτερ.
Είναι μια ρεβανσιστική φαντασίωση που μπήκε σε βιβλίο χωρίς τη λογοτεχνική επεξεργασία που θα περίμενε κανείς από τον Welsh.
Οι ανίκητοι. Ένα ερωτικό μυθιστόρημα Acid House Romance.
Τρίτο και τελευταίο διήγημα του βιβλίου, αδυνατεί να σώσει τη μέρα ή έστω τα προσχήματα και σκάει σαν σαπουνόφουσκα στη μάπα του αναγνώστη.
Η ιστορία ακολουθεί δύο ανθρώπους που κινούνται σε διαφορετικούς κόσμους, μέχρι που οι ζωές τους συγκρούονται στη σκηνή των club των αρχών της δεκαετίας του '90.
Ο Lloyd είναι διακινητής ναρκωτικών και χρήστης από το Εδιμβούργο, ο οποίος αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι μεγαλώνει και ότι η ζωή του ίσως χρειάζεται κάτι περισσότερο από το ατελείωτο πάρτι.
Η Heather είναι μια δυστυχισμένη παντρεμένη νεαρή yuppie, η οποία δοκιμάζει έκσταση για πρώτη φορά και ανακαλύπτει έναν νέο κόσμο ελευθερίας, μουσικής και συναισθήματος.
Η συνάντησή τους οδηγεί σε ένα «μεταμορφωτικό πάθος» που εκτυλίσσεται με φόντο τη βρετανική rave κουλτούρα.
Τι μας χάλασε; Δεν ήταν ακριβώς Welsh. Δηλαδή ήταν, αλλά όχι ο Welsh που ψάχναμε με σήμα κατατεθέν το πιο μαύρο κι από μαύρη τρύπα χιούμορ, σκοτεινό, και βρώμικο, με αντι-ήρωες που αυτοκαταστρέφονται χωρίς να εξελίσσονται, με καταστροφικά, αμφίσημα ή ανοιχτά τέλη.
Αντ’ αυτού, "The Undefeated" (έτσι λέγεται στα αγγλικά) μοιάζει σχεδόν με προσπάθεια για ρομαντική κομεντί με ναρκωτικά. Η πολύυυυυυυ αργηηηηηηή εκκίνησηηηηηηη, και τα σαφώς πιο κλασικά (mainstream;) αφηγηματικά μέσα είναι αρκετά μακριά από το τρελό, σπασμωδικό στυλ του. Χώρια όλη αυτή η αγάπη και το νοιάξιμο. Ίου.
Εκεί που ο Renton σε προδίδει, ο Begbie σε κάνει να αλλάξεις σώβρακο, ο Bruce Robertson καταλήγει ψυχωτικός, άλλες ιστορίες τελειώνουν με θάνατο, τρέλα ή απόλυτη ήττα… εδώ… η Heather αφήνει τον απαίσιο πλούσιο σύζυγο, ο Lloyd ξεπερνά την παρακμή και βρίσκει «αληθινή αγάπη» μέσα από το MDMA. Είναι μια νίκη. Αυτό από μόνο του ξενίζει όσους περιμένουν τον Welsh να γράψει για το πώς το σύστημα ή τα ναρκωτικά σε γαμάνε πάντα στο τέλος.
Δεν ξέρω αν ο Welsh θέλησε να γράψει κάτι πιο mainstream, σχεδόν ευρωπαϊκή «δραμεντί», αλλά στην πορεία το ένστικτό του για ρεαλισμό τον πρόδωσε και κατέληξε να φτιάξει μια ιστορία που είναι πολύ αργή για το χτίσιμο της έντασης και όταν πια ανεβάσει στροφές και μπει στη ροπή, αποδεικνύεται πολύ γρήγορη και "καθαρή" στην επίλυση. Σαν δύο ώρες μπαλαμούτι για σεξ 30 δευτερολέπτων. Αν μου επιτρέπεται η παρομοίωση.
Τώρα, αν βγει κανείς και πει με στόμφο ότι το happy end δεν είναι αφελές, αλλά ηθελημένα ουτοπικό και ότι ο Welsh δεν γράφει για την καταστροφή του “E” αλλά για την απελευθερωτική δύναμη της rave κουλτούρας (που μέχρι και το ψυγείο έκανε ωραία μουσική για να χορέψεις αν είχες κουμπώσει), θα γελάσω και θα ρωτήσω αν το είπε ο ίδιος ποτέ αυτό ή το έβγαλε κάποιος από τη στομάχα του. Η όλη φάση "μέσα σε μια κοινωνία σκατά, η αγάπη που γεννιέται από το χορό, τα ναρκωτικά και την κοινότητα ΜΠΟΡΕΙ να σε σώσει" δε με πείθει ΚΑΘΟΛΟΥ για Welsh, είναι τόσο out of character για τα δεδομένα του που θυμίζει μαύρο οπαδό της ΚΚΚ, ναζί παντρεμένο με εβραία στο Βερολίνο του 1943, ή Έλληνα που να νοσταλγεί την κυβέρνηση Μητσοτάκη 1990-1993.