Με την ιστορία των εβραίων της Ελλάδας, τους διωγμούς που υπέστησαν στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και το Γολγοθά του Άουσβιτς, καταπιάνεται στο βιβλίο αυτό η Λ. Ζωγράφου.
Σ’ αυτό το δημοσιογραφικής υφής κείμενο, από το οποίο δε λείπουν βέβαια και οι λογοτεχνικές εξάρσεις, η συγγραφέας παρακολουθεί βήμα βήμα την πορεία των ελλήνων εβραίων στη διάρκεια του πολέμου: Τις μετακινήσεις τους, τις αλλαγές ταυτοτήτων, την αποφασιστικότητά τους να επιβιώσουν με κάθε μέσο, αλλά και τις προδοσίες που τους οδήγησαν στη σκλαβιά, κι ακόμη στο θάνατο.
Μιλά ακόμη για την παλληκαριά: “Αν είμαι μεγάλος για να με σκοτώσουν, γιατί είμαι μικρός για να τους πολεμήσω… και να σωθώ ίσως”, για την Ελπίδα: “Κάθε αυγή ο ουρανός είναι μια αιώνια καινούρια υπόσχεση” και για: “…την ανθρώπινη ουσία (που) δεν την καταργεί αμετάκλητα παρά μόνον ο θάνατος”.
Με πάθος πολύ η συγγραφέας ακολουθεί την πορεία των εβραίων προς το θάνατο, τον αγώνα τους για επιβίωση, τη χτηνωδία των θυτών τους και τις μικρές αναλαμπές ανθρωπίνου φωτός, που τους κρατούσαν αναμμένη τη φλόγα ενός καλύτερου αύριο.
Σ’ ένα κόσμο, μια εποχή, που: “…δεν υπάρχουν πια παιδιά, (επειδή), αυτό είναι μια πολυτέλεια που δεν ταιριάζει στον πόλεμο”, πως να επιζήσει κανείς; από που να αντλήσει δυνάμεις για να αντέξει τον καθημερινό πόνο, τους δίχως τέλος εξευτελισμούς;
Η συγγραφέας θρηνεί για τη μοίρα των εβραίων, αλλά κραυγάζει επίσης σπαραχτικά για την ανημποριά των ανθρώπων να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους: “Γεννηθήκαμε φορτωμένοι τη μωρία αιώνων αμορφωσιάς και καταστάσεων ολότελα άσχετων και την κουβαλάμε αδιαμαρτύρητα. Γεννιέσαι και βρίσκεις σερβιρισμένα, έτοιμα, γονείς, νόμους, θρησκεία, κανόνες τιμής, μια μοίρα που σχεδόν σου προδιαγράψανε άλλοι. μια κοινωνική οργάνωση που δε θ’ αξίωνες ούτε να φτύσεις και συμμορφώνεσαι με τους θεσμούς της! Μου πασάρανε ένα όνομα τυπωμένο σ’ ένα κωλόχαρτο, που με βασανίζει και το βασανίζω…”.
Ούτε και σ’ αυτό το βιβλίο η Λ.Ζ. χαρίζεται στους ήρωές της, πόσο μάλλον όταν αυτό στηρίζεται σε ζωντανές μαρτυρίες και ντοκουμέντα. Εδώ συναντάμε βαθιά ανθρώπινους χαρακτήρες, με πολλά πάθη, που σφύζουν από ζωή περιμένοντας το θάνατο ή που σιγοπεθαίνουν προτού φανεί στη γωνιά η ζωή. “Το θάνατο ακολουθεί πάντα η ανάσταση” φαίνεται να θέλει να μας πει η συγγραφέας.
Το “Οι Εβραίοι κάποτε” είναι ένα συνταραχτικό ντοκουμέντο για την ανθρώπινη πτώση, ένας πικρός ύμνος για τη ζωή. Η Λιλή παθιάζεται με το θέμα της, και μεις δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε τους δρόμους της γραφής της. Ας μην αδιαφορήσουμε γι’ αυτά που θέλει να μας πει, γιατί πολλές φορές: “…η αδιαφορία είναι προδοσία”… προς την ανθρώπινη υπόστασή μας.
Η Λιλή Ζωγράφου (English: Lily Zografou) υπήρξε μία από τις πιο έντονες, αιχμηρές και ασυμβίβαστες παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, με έργο που συνδύαζε τη δημοσιογραφία, τη μυθοπλασία, το δοκίμιο και την πολιτική παρέμβαση σε μια ενιαία, προσωπική φωνή. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης και μεγάλωσε μέσα σε περιβάλλον με ισχυρά πολιτικά και εκδοτικά ερεθίσματα, καθώς ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας, γεγονός που την έφερε από νωρίς σε επαφή με τον λόγο και τη δημόσια σφαίρα. Σπούδασε φιλολογία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και πολύ γρήγορα στράφηκε στη συγγραφή και στη δημοσιογραφία, επιλέγοντας έναν δρόμο ανεξαρτησίας που θα χαρακτήριζε όλη της τη ζωή. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση και συνελήφθη από τη Γκεστάπο ενώ ήταν έγκυος, εμπειρία ακραία και τραυματική που επανέρχεται υπόγεια σε πολλές πτυχές του έργου της, ιδιαίτερα στην εμμονή της με την ελευθερία, τη βία και την επιβίωση. Μετά τον πόλεμο εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά, ταξίδεψε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και έζησε για ένα διάστημα στο Παρίσι, απορροφώντας πνευματικά ρεύματα που ενίσχυσαν την ήδη ανήσυχη και συγκρουσιακή της σκέψη. Η συγγραφική της πορεία ξεκίνησε με διηγήματα, αλλά γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα πολυεπίπεδο έργο όπου κυριαρχούν η κριτική απέναντι στην πατριαρχία, η σεξουαλική καταπίεση, η κοινωνική υποκρισία και η ανάγκη για προσωπική απελευθέρωση. Κατά τη δικτατορία των Συνταγματαρχών στάθηκε ανοιχτά απέναντι στο καθεστώς και έγραψε το «Επάγγελμα: πόρνη», ένα βιβλίο ωμό και αυτοβιογραφικά φορτισμένο, που λειτούργησε και ως μαρτυρία της εποχής. Στα πιο γνωστά έργα της συγκαταλέγονται επίσης η «Συβαρίτισσα», το «Η αγάπη άργησε μια μέρα» και το δοκίμιο «Αντιγνώση», μαζί με τις μελέτες της για τον Καζαντζάκη, τον Κάφκα και τον Ελύτη, όπου επιχείρησε συχνά απομυθοποιητικές αναγνώσεις. Το ύφος της είναι παθιασμένο, εξομολογητικό και συχνά σκληρό, με έντονη συναισθηματική φόρτιση και ρητορική δύναμη. Μέχρι το τέλος της ζωής της παρέμεινε μια φωνή ριζικά ανεξάρτητη, που δεν εντάχθηκε εύκολα σε σχολές ή ιδεολογικές ταυτότητες, αλλά επηρέασε βαθιά τη δημόσια συζήτηση για τη γυναίκα, την ελευθερία και τη σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνία και την πραγματική ζωή.