"Βρήκα ένα κουμπί και για χάρη του έραψα ένα φόρεμα" λέει μια παροιμία. Εξηγεί -μεταφερόμενη στη λογοτεχνία- την αναγωγή ενός στοιχείου σε διήγημα. Αυτός ο τρόπος ίσως είναι ο συνήθης. Όπως δεν υπάρχει στη φύση ευθεία γραμμή ή τέλειος κύκλος, δεν υπάρχει και στην κοινωνία αυτοτελές και ανεξάρτητο διήγημα. Είναι πάντα μια αυθαίρετη διάκριση του συγγραφέα. Ακόμα κι ένας αφηγητής προσωπικής εμπειρίας όχι μόνο κόβει και ράβει αλλά και -βαθύτερα- αγνοεί τα πάμπολλα ρυάκια που διαμόρφωσαν τη συγκεκριμένη κοίτη.
Το βιβλίο περιέχει τριάντα δύο ετερόκλητα διηγήματα. Οι σκηνές τους είναι η δυτική μεθόριος, η επαρχία, η Αθήνα αλλά και ψυχικοί τόποι.
Μερικά διηγήματα είναι γραμμένα στη χωριάτικη, ποιητική γλώσσα.
Ο Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος "Τα Νέα" (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του "Η βραδυπορία του καλού"), μία φορά με το βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2013), ενώ το μυθιστόρημά του "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου" ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους ("Αμέρικα" του Σάββα Καρύδα, "Απ' το χιόνι" του Σωτήρη Γκορίτσα, "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.)
Μια σειρά από διηγήματα με το τέλος τους να είναι σχετικά αδύναμο (με εξαίρεση την πρώτη ιστορία). Μου θύμισε λίγο έναν δρομέα που τα δίνει όλα στο στίβο και κόβει ταχύτητα στα τελευταία μέτρα. Αυτή του αδυναμία προσωπικά δεν μου άφησε κάποια ιδιαίτερη αίσθηση κλείνοντας τις σελίδες του βιβλίου... ωστόσο κρατάω την έκφραση που χρησιμοποίησε "δεν δίνεις ποτέ εντολές σε άντρα με μουστάκι και σε γυναίκα με βυζιά".
Σίγουρα καλύτερη από την προηγούμενη συλλογή του, με κανά δυο πολύ καλά διηγήματα. Ίσως λίγο άνισο. Όταν χρησιμοποιεί την ντοπιολαλιά, εξακολουθεί να είναι το ίδιο καλός.