Υπήρχε πάντα ένας κόσμος πίσω απ' τον κόσμο όπου τα παιδιά είχαν κάνει παιχνίδι την επιβίωση. Οι μηχανές είχαν πέσει σε κώμα και οι πόλεις έμοιαζαν με ηλεκτρικά φαντάσματα του παρελθόντος. Κάπου μακριά, μια νέα γη γεννιόταν και μεγάλωνε για όσους έρχονταν... αν τελικά κατάφερναν να φτάσουν ως εκεί, διασχίζοντας την ξερή εποχή που έμοιαζε αβαθής στα πνευμόνια των ζωντανών. Όμως σ' εκείνο το δρόμο της μικρής πόλης-φάντασμα, υπήρχε ζωή, υπήρχε ελπίδα για ένα πιο ζωηρό μέλλον.
Ματώσανε τα δάχτυλα μου να γράφω μία λέξη σαν μικρό παιδί σε τιμωρία αιώνια ανορθόγραφος απ' την ψυχή αναγκασμένος μια λέξη που δεν χωράει στο στόμα μόνο από το στήθος ξεχύνεται σαν γάλα μητρικό που πέφτει χάμω και γίνεται ένα με το χώμα και γω που μόνο το χώμα πόθησα έμεινα με την λέξη