Η μεγαλύτερη ίσως εκδοτική επιτυχία του 18ου αιώνα γράφτηκε από έναν φιλόσοφο, δεν ήταν όμως μια φιλοσοφική πραγματεία, αλλά ένα επιστολικό μυθιστόρημα. Το έργο γράφτηκε μεταξύ 1756 και 1758 και το 1761 ο εκδότης και βιβλιοπώλης Marc-Michel Rey, ο άνθρωπος που συντέλεσε καθοριστικά στη διάδοση των ιδεών κορυφαίων Διαφωτιστών όπως o Βολταίρος, ο Ντιντερό και ο Βαρόνος του Χόλμπαχ, εξέδωσε στο Άμστερνταμ το ογκώδες μυθιστόρημα του Γενουάτη, απογόνου εξόριστων Γάλλων Ουγενότων, στοχαστή. Σχεδόν αμέσως το γραμμένο στα γαλλικά βιβλίο άρχισε να πωλείται στο Λονδίνο, πριν καν φτάσει στο Παρίσι, και μέχρι το τέλος του χρόνου μεταφράστηκε και στα αγγλικά. Το εξάτομο έργο έγραφε στη σελίδα τίτλου Επιστολές δυο εραστών, κατοίκων μιας μικρής πόλης στους πρόποδες των Άλπεων συλλεγμένες και εκδομένες από τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ, αλλά είχε ως ψευδότιτλο αυτόν με τον οποίο έμεινε γνωστό: Ιουλία ή Η νέα Ελοΐζα, που παραπέμπει στη διαδεδομένη και τότε ιστορία του τραγικού έρωτα δυο σημαντικών μορφών του Μεσαίωνα, του φιλόσοφου Πέτρου Αβελάρδου (1079-1142) και της μαθήτριας και συζύγου του Ελοΐζας ντ’ Αρζαντέιγ (1092-1164).
Έντονα φιλοσοφικό και διδακτικό, το μυθιστόρημα έχει ως κεντρικό του θέμα τον έρωτα που αναπτύσσεται μεταξύ της Ιουλίας, μιας νεαρής αριστοκράτισσας και του δασκάλου της· όπως όμως στην περίπτωση του Αβελάρδου και της Ελοΐζας, η αγάπη αυτή μοιάζει αδύνατη και εξαρχής καταδικασμένη. Η Ιουλία αποτελείται από 163 επιστολές, έκτασης από λίγες γραμμές έως 58 σελίδες(!), που ανταλλάσσουν οι δυο ερωτευμένοι αλλά και άλλοι ήρωες της ιστορίας που διαδραματίζεται το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στην Ελβετία.
Ο Ρουσσώ συνειδητά επιλέγει να γράψει μία κατά βάση πολύ απλή ιστορία, χωρίς περίπλοκη πλοκή και πολλούς χαρακτήρες. Στον σύγχρονο αναγνώστη θεματικά, αλλά και υφολογικά η Ιουλία μπορεί να μοιάζει αρχικά κλασική μεν αλλά «ξεπερασμένη». Ένας μεγάλος έρωτας που δεν μπορεί να ευδοκιμήσει επειδή αντιβαίνει στις αποδεκτούς κανόνες της εποχής, μεγαλόστομες δηλώσεις αγάπης, φιλικής συνδρομής και αυταπάρνησης σε επιστολική μορφή, αντιζηλίες και πάθη που δεν οδηγούν παρά με ελάχιστες εξαιρέσεις σε κάποια κορύφωση, «κακοί αντίζηλοι» που μετατρέπονται σε «καλούς» και μεγαλόψυχους ήρωες (ο Μιλόρδος Έντουαρντ που αντί να μονομαχήσει για την αγάπη της Ιουλίας με τον Σαιν-Περ αναλαμβάνει να πείσει τον πατέρα της να τους δώσει την ευχή του και ο σύζυγος της Ιουλίας που όχι μόνο δεν φθονεί τον πρώην εραστή της γυναίκας του αλλά τον εκτιμά βαθιά ως εκπαιδευτικό και του εμπιστεύεται τη μόρφωση των γιων του) και ατέρμονες βεβαιώσεις αβροφροσύνης, καλοσύνης, εμπιστοσύνης και διάθεσης για βοήθεια ξενίζουν τον αναγνώστη. Κάτι τέτοιο δεν βλέπουμε να συμβαίνει λόγου χάρη με τον Κόμη Μοντεκρίστο που συνεχίζει να μεταφράζεται και να διαβάζεται με το ίδιο πάθος.
Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο ο αναγνώστης να έχει πάντοτε κατά νου το ιστορικό πλαίσιο, καθώς και, κυρίως, τη σκόπευση του δημιουργού της. Γραμμένη σχεδόν παράλληλα με τον Αιμίλιο ή Περί αγωγής (1762) η Ιουλία έχει στενή συνάφεια τόσο με αυτό το έργο όσο και με τη λίγο προγενέστερη Επιστολή στον Ντ’ Αλαμπέρ, περί των θεαμάτων (1758), συνάφεια που είναι εμφανής στις συζητήσεις μεταξύ των ηρώων του έργου για την οικογενειακή ζωή, την ανατροφή των παιδιών και το είδος της εκπαίδευσης που θα καταστήσει τους μαθητευόμενους και αυριανούς πολίτες ικανούς να σκέφτονται και να δρουν ελεύθερα. Έτσι η Ιουλία μπορεί και πρέπει να διαβαστεί από όσους ενδιαφέρονται για τον φιλόσοφο Ρουσσώ ως σημαντική πηγή των απόψεών του για μία αγροτική κοινότητα και για έναν ευφυή άνθρωπο που επιτυγχάνει την αρμονία της φύσης – που θεωρήθηκε ότι προοικονομεί τον παιδαγωγό του Αιμίλιου και τον νομοθέτη του Κοινωνικού Συμβολαίου (1762). Βέβαια, το ότι και τα τρία μεγάλα έργα του εγγράφηκαν στον Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αποτέλεσε πλήγμα για τον Ρουσσώ.
Ο Ρουσσώ υποστήριζε έναν συνετό τύπο επιδίωξης της ευτυχίας, την οποία ορίζει ως την ισορροπία μεταξύ επιθυμιών και ικανοτήτων. Αυτή η αναζήτηση της ευτυχίας, η φύση της αληθινής αγάπης και οι περιορισμοί της κοινωνίας είναι οι ιδέες που βρίσκονται στον πυρήνα του βιβλίου και αναπτύσσονται εκτενώς μέσα από διαφορετικές οπτικές. Ο Ρουσσώ επικεντρώνεται στην έμφυτη Καλοσύνη ως φυσική συνθήκη του ανθρώπου και εμβαθύνει στην πολυπλοκότητα των ανθρώπινων συναισθημάτων και των σχέσεων, τονίζοντας τη σημασία της ατομικής ευτυχίας και αυθεντικότητας. Η επιστολική μορφή επιτρέπει στον Ρουσσώ να εκφράσει τα προσωπικά του συναισθήματα (προφανώς και τον έρωτα), να τα αισθητικοποιήσει. Η Ιουλία παίρνει τη θέση του Σωκράτη που δίδαξε για τον έρωτα· ο λόγος και η θρησκεία βρίσκονται πλέον στην υπηρεσία του έρωτα και του γάμου – χάρη στους δύο τελευταίους μπορεί να συμφιλιωθεί η φύση με την κοινωνία. Έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, ο Ρουσσώ προσφέρει το προσωπικό του όραμα για τον άνθρωπο και την κοινωνία, προτού καταστήσει αντικείμενο των έργων του (λ.χ. στις Εξομολογήσεις [1782] ή στις Ονειροπολήσεις [1782]) τον ίδιο του τον εαυτό και τη θέση του στην κοινωνία. Όπως έχει παρατηρήσει ένας από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του, ο Ζαν Σταρομπίνσκι, η ίδια η γραφή γίνεται πηγή χαράς για τον Ρουσσώ «μόνο από τη στιγμή που δεν απευθύνεται πλέον σε άλλο ακροατήριο πέρα από τον εαυτό του».
Περισσότερα στο κείμενό μου στο τεύχος Δεκεμβρίου 2024 του The Books' Journal.