Ήταν μόνο έντεκα χρόνων η κόρη της Ανθής Αλκαίου και δεν καταλάβαινε γιατί η μητέρα της μιλούσε τόσο λίγο και διέφερε από όλους τους άλλους. Όταν ερχόταν ο γιατρός, όλοι έμοιαζαν σοβαροί και έκλειναν την πόρτα για να μην τους ακούσει. Δεν μπορούσε πάντα να κρυφακούει τα μυστικά που λέγανε μέσα στην κάμαρα. Καμιά φορά άκουγε φωνές και τζάμια και κρύσταλλα να σπάνε. Κι έπειτα σιωπή. Ποια είναι η Ανθή Αλκαίου; Μια απορία, ένα αίνιγμα, μια απουσία. Όπως εκείνο το κλειστό γράμμα του εραστή της, που έμενε κρυμμένο στο συρτάρι για δώδεκα χρόνια, ως τη στιγμή που -τυχαία;- η κόρη της θα το ανακαλύψει. Αποσβολωμένη τότε θα βρεθεί αντιμέτωπη με το σφραγισμένο μυστικό. Η κατάθλιψη παγιδεύει την ιστορία μέσα σε μια παρένθεση. Θα μπορέσει η κόρη της, μέσα από τη γραφή, το μύθο και το όνειρο, να αφηγηθεί την παράξενη ιστορία;
Οι απορίες ενός 11χρονου κοριτσιού για την κατάσταση υγείας και την κατάθλιψη από την οποία έπασχε η μητέρα του,οι ενοχές της μικρής ότι ίσως αυτή έφταιγε που είναι άρρωστη η μητέρα της καθώς και οι υπόνοιες πως δεν είναι πραγματική της κόρη ,οι σκέψεις του παιδιού ότι κάτι δεν κάνει καλά,οι προσπάθειες προσέγγισης,η ενδόμυχη επιθυμία να μπορούσε η μαμά της να λειτουργεί όπως και οι υπόλοιπες μαμάδες συγκίνησαν κι έδειξαν την αθωότητα της παιδικής ψυχής και τη δίνη στην οποία παρασέρνει η κατάθλιψη. Φαίνεται και η άγνοια των ανθρώπων για τη φύση της ψυχικής ασθένειας,που στην ουσία σημαίνει ψυχική οδύνη,μιας και κάποιοι πίστευαν ότι αυτή οφειλεται/προκαλείται από το μάτιασμα,τις δεισιδαιμονίες κλπ.(Και υπάρχουν άνθρωποι που ακόμα το πιστεύουν...)
[...] Άκου, άνοιξε τα αυτιά σου να ακούσεις το ρυθμό. Να φτιάξεις το ρυθμό. Η κίνηση της παλίρροιας, ο σφυγμός της καρδιάς σου, τα αστέρια, τα κύματα, ο ωκεανός, οι ώρες, οι εποχές, οι μήνες, η μέρα, η νύχτα, όλα μαζί ενώνονται σε ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο πράγμα, που λέγεται σύμπαν. Και στην ψυχή του σύμπαντος είναι ο ρυθμός. Δεν υπάρχει φως και ζωή και μιλιά χωρίς ρυθμό.
- «Είναι ένα σωρό πράγματα που δεν μπορούν να μπούνε μέσα στις λέξεις. Είναι φτωχές, πολύ φτωχές οι λέξεις για να κρατήσουνε τόσο πολλά πράγματα», έλεγε η κυρία Ορλώφ. "Όλα όμως λέγονται με τη μουσική. Η μουσική είναι πολλές πολλές φορές πιο πλούσια από τα λόγια". [...]
Μέσα από τα μάτια ενός 11χρονου κοριτσιού παρουσιάζεται η κατάθλιψη της μητέρας της. Αν και σαν θέμα μου κέντρισε την περιέργεια εντούτοις δεν μπόρεσα να τελειώσω το βιβλίο, το οποίο βρήκα άκρως βαρετό και ανιαρό.
Η Τσαλίκογλου σε αυτό το μυθιστόρημα παρουσιάζει το θέμα της κατάθλιψης από τη πλευρά ενός 11χρονου κοριτσιού πώς το αντιμετωπίζει και το βιώνει.Το βρήκα πολύ ενδιαφέρον!!!
Το βρήκα τυχαία στην αποθήκη της μαμάς μου, μαζί με πόσα άλλα βιβλία, το ομολογώ και ντρέπομαι. Δεν μου πάει όμως καρδιά να πετάω λογοτεχνικά βιβλία, ούτε στην ανακύκλωση και ξεκίνησα να τα διαβάζω. Αλήθεια, ορισμένα είναι μικροί θησαυροί και το συγκεκριμένο είναι ένα από αυτά. Η κατάθλιψη της μάνας και η ψυχική της απουσία -χειρότερη απ' ότι θα ήταν και η σωματική -μέσα από τα μάτια ενός εντεκάχρονου κοριτσιού. Ένα κορίτσι που κατέληξε να έχει μαμάδες -πρότυπα τη γιαγιά, την οικιακή βοηθό, ίσως και τη θεία και να προσπαθεί ο πατέρας να καλύψει και τους δύο ρόλους, όσο μπορούσε τη δεκαετία του '50 μέσα από προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Μπορεί να αναφέρεται σε άλλη εποχή, παραμένει όμως επίκαιρο. Κινητοποιεί και τον σημερινό γονέα να είναι πιο ενεργός, να συνειδητοποιήσει ότι οποιαδήποτε αδράνεια ή μελαγχολία, στα μάτια ενός μικρού παιδιού φαντάζει τεράστια.
Η συγγραφέας μας βάζει στη θέση ενός εντεκάχρονου κοριτσιού. Μέσα από τα μάτια του βλέπουμε πως αντιλαμβάνεται και πως προσπαθεί να ερμηνεύσει την περίεργη κατάσταση στην οποία βρίσκεται η μητέρα του.Μια κατάσταση που προσπαθούν να της την κρατήσουν μυστική. Το κορίτσι, ωστόσο, δημιουργεί σενάρια, χρησιμοποιεί μύθους και όνειρα για να μας αφηγηθεί την ιστορία της και τα μυστικά που σιγά σιγά αποκαλύπτονται. Μου άρεσε πολύ και δεν με κούρασε καθόλου! Η αφήγηση είναι σχετικά γρήγορη και τα κεφάλαια περνούν χωρίς να το πάρεις είδηση! Πολύ καλό!