«Στα χρόνια του Βυζαντίου η Ευδοκία ήταν η Κυρά της Πρέσπας. Σήκωσε πόλεμο ενάντια στον αυτοκράτορα, το όνομά της σβήστηκε με επιμέλεια από παντού. Το 2001 μια αρχαιολόγος συνονόματη ψάχνει τα ίχνη της χαμένης αρχόντισσας. Τα περασμένα γεγονότα φανερώνονται σιγά σιγά: Μάγισσες ετοιμάζουν καταπότια, στρατηγοί βάφουν τα χέρια τους στα αίματα, καλόγεροι πατούν τα ράσα τους. Στο μεταξύ, στην σύγχρονη Πρέσπα χαμένα χειρόγραφα αλλάζουν χέρια και κρυφά ένας έρωτας μπουμπουνιστός τραντάζει τη λίμνη. Τα χαλινά κροτούν. Μαέστροι και δόκτορες, πανεπιστημιακοί καθηγητές, γιαγιάδες και μπόμπιρες στροβιλίζονται στο ρυθμό της ιστορίας. Ακούγονται και κάτι λέξεις: γκρίετσκα λιομπλιού. Μα κάποια κυρά δεν θα μάθει ποτέ τι σημαίνουν». Ποια είμαι εγώ; Με λένε Serratia Rubinea. Είμαι βακτήριο. Και αν με ρωτήσετε τι διάβολο σας τα διηγούμαι όλα αυτά, θα απαντήσω ότι από γεννησιμιού μου ήμουνα μια τεμπελορομάντζα που με συνάρπαζαν τα πάθη και οι ιστορίες των ανθρώπων. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
Ένα βακτηρίδιο, η Serratia Rubinea, μας αφηγείται την ιστορία της αρχαιολόγου Ευδοκίας, υποψήφιας διδάκτορος στη μεσοβυζαντινή αρχαιολογία, που συμμετέχει σε μια ανασκαφή στις Πρέσπες και χάρη σε ένα χτενάκι αρχίζει να ξεθάβει την ιστορία της Ευδοκίας, αρχόντισσας των Πρεσπών. Έψαξα, ξανάψαξα, πουθενά αναφορά, διαδικτυακή τουλάχιστον, για το αν τα πρόσωπα της ιστορίας είναι υπαρκτά. Και σε συνδυασμό με την πρόταση της συγγραφέως στο τέλος του βιβλίου: «Η επικράτεια του μύθου έχει τη δική της τοπική αυτοδιοίκηση. Γι’ αυτό, σώφρον θα ήταν να μην αναζητηθούν ομοιότητες, αντιστοιχίες, αναλογίες με ιστορικά γεγονότα και πραγματικά πρόσωπα, παρακαλώ» (σελ. [333]) αποφάσισα να τα παρατήσω, χωρίς να εντάξω το μυθιστόρημα κάπου (είναι επιστημονική φαντασία, είναι κοινωνικό, είναι ιστορικό;).
Η κυρία Νικολαΐδου ξεδιπλώνει μια πονεμένη ιστορία: αρχαιολογικές ανασκαφές, δολοπλοκίες για μια πανεπιστημιακή θέση, εκμετάλλευση ανθρώπων και γνωριμιών για έναν διδακτορικό τίτλο και διεθνή δημοσιεύματα που θα φέρουν την κοινωνική και επαγγελματική καταξίωση κλπ. Γύρω από την Ευδοκία Μαχαίρα κινούνται αρχαιολόγοι και βυζαντινολόγοι, φίλοι και εραστές, ένα καλοσχηματισμένο σύμπαν με τους δικούς του στόχους και σκοπούς. Ταυτόχρονα, η Ευδοκία, μετά τον θάνατο της γιαγιάς της, με καταγωγή από τα Γιαννιτσά, αρχίζει να ξετυλίγει το κουβάρι της δικής της οικογενειακής ιστορίας, αφήνοντας υπόνοιες ότι ίσως πρόκεται για απόγονο της μυθικής Ευδοκίας.
Μέσα από τις αφηγήσεις των ανθρώπων των Πρεσπών και μέσα από χειρόγραφα που πέφτουν στα χέρια της Ευδοκίας, μαθαίνουμε την ιστορία της αρχόντισσας της Πρέσπας που διαφέντεψε τον 11ο αιώνα μ. Χ. αλά το όνομά της έχει σβηστεί επιμελώς από την Ιστορία μετά τον θάνατό της στη μάχη της Δεάβολης. Η ιστορία της αρχόντισσας είναι γεμάτη μυθεύματα, προλήψεις και δοξασίες, δεισιδαιμονίες και τον πιο περίεργο έρωτα που έχω συναντήσει σε κείμενο. Εξαιρετική γραφή, επιστάμενο ψάξιμο της εποχής και της νοοτροπίας, απέδωσε υπέροχα το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε η Ευδοκία, μια οξυδερκής προσωπικότητα, που ως γυναίκα είχε να παλέψει και εναντίον των εχθρών του κράτους του πατέρα της και κατά της μειονεκτικής θέσης της γυναίκας. Μάγοι και ιερείς, νένες και βασιλιάδες, συγκροτούν ένα μαγευτικό παραμύθι που εναλλάσσεται αρμονικά με το σήμερα της αρχαιολόγου.
Κι ερχόμαστε στην αφηγήτρια, το βακτήριο Serratia Rubinea, που προσκολλάται τυχαία στη σημερινή Ευδοκία και την ακολουθεί παντού, μαζί με τον αγαπημένο της, PRD-1, με τον οποίο τσακώνονται και φιλιώνουν όλη την ώρα. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη αν η επιλογή της συγκεκριμένης αφηγήτριας με έχει ενοχλήσει ή όχι. Από τη στιγμή που η σημερινή ιστορία έχει ανατροπές, εκπλήξεις και εχθρούς που δε φαίνονται με την πρώτη ματιά ενώ η ιστορία της αρχόντισσας Ευδοκίας είναι στακάτη, γρήγορη, χωρίς πολλές κουραστικές λεπτομέρειες και ιστορικά στοιχεία, αν φοβόταν η συγγραφέας μην κουράσει τον αναγνώστη και επέλεξε το βακτήριο για ένα χαλαρό διάλειμμα, κακώς το έπραξε. Το κείμενο είναι γρήγορο, άμεσο και ρέει αβίαστα. Ναι, κάποιες στιγμές θέλησα κι εγώ να πω «άσε τα παιδιά να παίξουν και πες μου την ιστορία», όμως η γνωριμία και η αλληλεπίδραση των δύο βακτηριδίων ήταν αρκετά αστεία, με το γωστό χιούμορ της συγγραφέως, την ντοπιολαλιά της Θεσσαλονίκης («...το υψωμένο φρύδι μου ξεφούσκωσε σαν λάτιχο με φούιτ», σελ. 304), γι’ αυτό και την αντιμετωπίζω απομονωμένα.
Επομένως, έχουμε ένα ποικίλο, διαφορετικά δοσμένο ιστορικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας (το βρήκα!), καλογραμμένο, δοσμένο με την αγάπη και το ενδιαφέρον της γνωστής συγγραφέως, που καταφέρνει να αποδώσει μια σκοτεινή πτυχή της βυζαντινής ιστορίας χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη. Δεν είναι τυχαίο που μετά από αυτήν τη γνωριμία με το κοινό, η συγγραφέας απογειώθηκε με τα «Ο μωβ μάεστρος» και «Απόψε δεν έχουμε φίλους».
well... είναι σα να προσπαθείς να διαβάσεις ενα ιστορικό μυθιστόρημα και κάθε 5 λεπτά τα παιδιά της γειτόνισσας βάζουν τέρμα τον μπομπ τον σφουγγαράκη...
αν ήμουν φίλη της θα της έλεγα "σπάστα και ξαναρίχτα"
σκέφτηκε μια ωραία ιστορία που θα χωρούσε πολλές σελίδες ακόμα μύθου και λαογραφίας και ψευδοαρχαιολογίας αλλά επέλεξε να την αφηγηθούν βακτηρίδια. Και η λέξη βακτηρίδια δεν ειναι μεταφορική. Δυο βακτηρίδια που ειναι ερωτευμένα μεταξύ τους και κάνουν διάφορα σιχαμερά πράγματα ενώ συμπεριφέρονται σαν τρίχρονα αφηγούνται μια ιστορία και κάθε 5 λεπτά διαλύουν την ατμόσφαιρα που προσπαθεί να δημιουργήθεί στο μυαλό σου.
Μια ιστορία για την Πρέσπα οπού η Πρέσπα λάμπει δια της απουσίας της
Σοβαρά τώρα; Ιστορικό μυθιστόρημα που το διηγείται ένα βακτηρίδιο που είναι ερωτευμένο μ’ ένα άλλο βακτηρίδιο; Μπορεί κάποιοι να βρούνε την ιδέα πρωτότυπη, εγώ απλά την βρίσκω μη αποδεκτή. Το εφεύρημα αυτό κατ’ εμέ αδικεί την υπόθεση του βιβλίου, αλλά και πάλι αυτή είναι η δική μου άποψη.
Βρήκα την ιστορία της Ευδοκίας της Κυράς της Πρέσπας εντυπωσιακά γραμμένη. Με υπέβαλε και με μετέφερε σε έναν άλλο μαγικό κόσμο. Μπορώ να πω ότι αυτό έφτανε μέχρι και την ιστορία της γιαγιάς Λισάφ. Όμως, το παρόν του μυθιστορήματος δεν με κέρδισε. Μου φάνηκε και απλοϊκά γραμμένο και κλισεδιάρικο. Το εύρημα της διήγησης της ιστορίας από ένα βακτήριο ήταν χαριτωμένο όπως δόθηκε αλλά και να έλειπε δεν θα έχανε το βιβλίο.
Από τις πιο πρωτότυπες αρχές σε βιβλίο που έχω διαβάσει. Αμέσως σου τραβάει την προσοχή. Ο αφηγητής είναι ένα βακτήριο! Από τα μάτια του βακτηρίου παρατηρούμε μια νεαρή αρχαιολόγο να ψαχουλεύει την ιστορία ενός χαμένου βασιλείου. Ο γραπτός λόγος είναι πολύ ζωντανός με λέξεις που χρησιμοποιούνται στη Βόρεια Ελλάδα. Και τσουπ ταξίδι στη βυζαντινή ιστορία με τη γραφή να ανασταίνει τους ήρωες. Το βακτήριο έχει περισσότερες δυνάμεις από όσο θα περίμενα και θα μπορούσα να δεχτώ, κι επίσης αποκτάει σχέση. Το έβλεπα περισσότερο ως διάλειμμα από την κεντρική ιστορία, γιατί αλλιώς θα μου κακοφαινόταν. Κάποιες σκηνές πιστεύω ότι δεν χρειάζονταν γιατί δεν προχώρησαν την πλοκή όπως θα περίμενα. Καλή εισαγωγή στη λογοτεχνία του φανταστικού.