Έχοντας ξαναδιαβάσει Μπλανσό, ήμουν σε θέση να μην πνιγώ μέσα στην αβεβαιότητα της ψυχικής ή διανοητικής μου ανεπάρκειας.
Η εμπειρία της ανάγνωσης αυτού του μικρού τεράστιου βιβλίου είναι ένας αγώνας,
ένα στοίχημα λησμοσύνης και επαλήθευσης,
ένα παιχνίδι σιωπής έντονης και αφόρητα επιφανειακής που απέφευγε τα βάθη των σκέψεων
για να ξεφύγει απο την μοναξιά.
Αυτή που δημιουργούν τα ειπωμένα, τα ανείπωτα, τα μοιρασμένα και τα παραγωγικά.
Γνωρίζοντας ωστόσο τη δύναμη του συγγραφέα στην σκοτεινιά του φωτός, την απαράλλαχτη εμμονή του να μετατρέπει την έννοια μιας φράσης, μιας δύσκολης φράσης πολύ δυσνόητης λόγω της απλότητας της,
σε μια φυσική οντότητα που δεν υπάρχει, κι όμως ειναι εδώ, κατάφερα να επιδιώξω με την λαγνεία της φαντασίας που μεθάει την πραγματικότητα,
τα ανυπέρβλητα βάθη της αγκαλιάς του,
και να κάνω την κατανόηση
μια έντονα φυσική πράξη.
Ένιωσα αρκετές φορές πως αυτό που διάβαζα ήταν μια συντροφιά που με απέφευγε, φανερά και κατάφωρα.
Έπρεπε να περιμένω τη νύχτα της γραφής του για να εξαφανιστούν όλα τα ακατανόητα, όλα αυτά, που απο φράση σε φράση του Μπλανσό, ήμουν ανίσχυρη να συνοψίσω, στο τέλος της σελίδας ή ακόμη και της παραγράφου.
Αφού όμως βρισκόμουν βολικά και γαλήνια μέσα στην άδεια αγκαλιά του, αφού με χάιδεψε με την απαλή αυταπάτη της πλάνης του, αφού μου εξομολογήθηκε τα ανομολόγητα που τον κρατούσαν μακριά
απο το θόρυβο της ανθρώπινης σιωπής,
με ακούμπησε απαλά στον πυρήνα της ψυχής του
και μου ζήτησε να γεμίσω το περιμετρικό κενό της
με την κατανόηση της ασυντρόφευτα διαλυμένης σημασίας.
Και εκεί, όταν χαμογέλασε ο αντικατοπτρισμός
εκείνου που δεν με συντρόφευε κατανόησα επαρκώς ίσως, την άρνηση του Μπλανσό για κάθε επιχείρημα που δεν αντιστεκόταν στην σύνοψη.
Η ανάγκη της συνοχής σκέψεων, λόγων, πράξεων, γραπτών συμβάντων, οδυνηρών αισθήσεων και παραισθήσεων μέσα στα ερείπια των ονείρων της ανάμνησης σημαίνει επακριβή προσδιορισμό έννοιας, ουσίας και δράσης.
Κάτι τέτοιο, δεν θα επαρκούσε ούτε για να κοιτάξει, πόσο μάλλον να χαρακτηρίσει τα βαθύτερα, αποδεσμευτικά και ακατάλληλα βήματα του συγγραφέα μέσα σε έναν μικρό, απέραντα μικρό χώρο,
όπου κινείται ασταμάτητα και ψυχορραγεί με μύχια ευχαρίστηση αφού θυμάται και αναπολεί, ζει και γράφει.
Επικοινωνεί με εκείνον που δεν τον συντροφεύει ποτέ, μα του μιλάει και του εξηγεί.
Του υπενθυμίζει τις θαμμένες φαινομενικότητες,
με επιφανειακή λαμπρότητα
και του υπόσχεται πως η δύναμη του είναι διεσπαρμένη μέσα σε ολόκληρη τη ζωή του,
μα το χρέος, οποιοδήποτε χρέος είναι
συγκεντρωμένο σε μία μόνο στιγμή
και περιμένει με αμέριστη καρτερικότητα.
Άρα, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την απύθμενη απόγνωση απο την εμμονή του πηγαινέλα και την επίγνωση πως αυτό που επαναλαμβάνεται
είναι το κενό της επανάληψης που προφητεύει μέσα στην απουσία του χρόνου.
Ο αφηγητής του Μπλανσό, ο ίδιος, αυτός,
κάποιος άλλος εαυτός του ή το υπέρτατο εγώ του,
αυτός που δεν τον συντρόφευε, μπορούσε με λόγια σαγηνευτικά και λαμπερά ή ανείπωτα και ακατανόητα
να ανυψωθεί σχεδόν έξω απο τον εαυτό του και να αντιπαλέψει την στιγμή κατά την οποία η κοινή άγνοια ζητάει εξηγήσεις
και σφίγγει τον κλοιό της μοναξιάς σαν την ισχύ μιας εφιαλτικής συνομοσίας μέσα σε ένα ατομικό και βαθύτατο όνειρο.
Ο ασυντρόφευτος εαυτός μεταβάλλεται απο σελίδα σε χρόνο και απο φράση σε στιγμή, με θλιβερή βραδύτητα, ένα βραδύ χαμόγελο κενού, η χαμογελαστή γαλήνη του πόνου που επαναλαμβάνεται.
Σε αυτή τη σχέση εαυτού και συντρόφου, στο ατομικό είδωλο του κενού βάθους δεν μπορεί κανείς να αντισταθεί, δεν εξαρτάται απο το υποκείμενο που παίρνει τις αποφάσεις.
Είναι μια σχέση αντικατοπτρισμού που θέλεις να ξεφύγεις μα πάντα σε γοητεύει, σε ξεμυαλίζει, σε αλλοιώνει, σε στολίζει με τα χαμόγελα της επόμενης ημέρας.
Μέσα σε αυτόν τον κύκλο, το χαμόγελο της απόλυτης κατάθλιψης, ξαναγίνεται το χαμόγελο της εσωτερικής ειρήνης, κι αυτή φέρνει την παρέα της για να ειναι πολλά τα είδωλα του κενού βάθους.
Καθόλη την διαρκεία του μυθισ��ορήματος ο σύντροφος πιέζει τον αφηγητή με ερωτήσεις.
Σε όλη την αφήγηση, στην οποία το παράδοξο και η αδυναμία ενσωματώνονται ως απολύτως φυσικά στοιχεία της δράσης, η διάκριση συγκεκριμένων παραγόντων απο την αφηρημένη μορφή και οι μεταβολές της ακινησίας δηλώνουν κάποιον χώρο, κάποια δράση, κάποια συγκεκριμένη κατάσταση παραισθήσεων και αφηρημένων ιδιοτήτων που δίνονται σε οντότητες, για να εκτελέσουν κάποιες επιθυμίες ή να τονίσουν την ακινησία του αφηγητή.
Υπάρχουν συγκεκριμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ συγκεκριμένης και αφηρημένης οντότητας,
επίσης μεταξύ πραγμάτων που δεν υπάρχουν συγκεκριμένα, υπάρχουν μόνο στο μυαλό του αφηγητή
ή στην φαντασία.
Σκέψεις, αυταπάτες, αισθήσεις.
Δεν υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ του μοναχικού αφηγητή και εκείνου που δεν τον συντρόφευε, ισως μια φανταστική φιγούρα, ίσως ο ίδιος του ο εαυτός.
Όμως υπάρχει μια απαράμιλλη και συγκλονιστική σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ του αφηγητή και της επίδρασης αυτής της έλλειψης αλληλεπίδρασης στον ίδιο.
( Απο τα πιο έντονα και δυσπρόσιτα βιβλία που έχω διαβάσει)
🎈🩸🎈🩸🎈🎄
💥⭐️💥⭐️💥
Καλή ανάγνωση.
Πολλούς ασπασμούς.