Jump to ratings and reviews
Rate this book

Κείμενα από την Ιαπωνία

Rate this book
Ναοί, έθιμα, θεότητες, λατρευτικές εκδηλώσεις, είναι τα θέματα των σημειώσεων και των παρατηρήσεών του. Αργά και βασανιστικά θα πάρουν τη μορφή των δοκιμίων και των θρύλων που θα γράψει. Δοκίμια και θρύλοι που φανέρωσαν στα μάτια των Δυτικών αναγνωστών του την ψυχική ενδοχώρα απ' όπου αντλούσε τ' αποθέματά της η δύναμη που τόσο τους εντυπωσίασε στους πρώτους μεγάλους σύγχρονους πολέμους της Ιαπωνίας (πόλεμος με την Κίνα, Ρωσοϊαπωνικός πόλεμος)

379 pages, Paperback

Published January 1, 2008

1 person is currently reading
29 people want to read

About the author

Lafcadio Hearn

1,461 books449 followers
Greek-born American writer Lafcadio Hearn spent 15 years in Japan; people note his collections of stories and essays, including Kokoro (1896), under pen name Koizumi Yakumo.

Rosa Cassimati (Ρόζα Αντωνίου Κασιμάτη in Greek), a Greek woman, bore Patrick Lafcadio Hearn (Πατρίκιος Λευκάδιος Χερν in Greek or 小泉八雲 in Japanese), a son, to Charles Hearn, an army doctor from Ireland. After making remarkable works in America as a journalist, he went to Japan in 1890 as a journey report writer of a magazine. He arrived in Yokohama, but because of a dissatisfaction with the contract, he quickly quit the job. He afterward moved to Matsué as an English teacher of Shimané prefectural middle school. In Matsué, he got acquainted with Nishida Sentarô, a colleague teacher and his lifelong friend, and married Koizumi Setsu, a daughter of a samurai.
In 1891, he moved to Kumamoto and taught at the fifth high school for three years. Kanô Jigorô, the president of the school of that time, spread judo to the world.

Hearn worked as a journalist in Kôbé and afterward in 1896 got Japanese citizenship and a new name, Koizumi Yakumo. He took this name from "Kojiki," a Japanese ancient myth, which roughly translates as "the place where the clouds are born". On that year, he moved to Tôkyô and began to teach at the Imperial University of Tôkyô. He got respect of students, many of whom made a remarkable literary career. In addition, he wrote much reports of Japan and published in America. So many people read his works as an introduction of Japan. He quit the Imperial University in 1903 and began to teach at Waseda University on the year next. Nevertheless, after only a half year, he died of angina pectoris.

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
9 (47%)
4 stars
9 (47%)
3 stars
1 (5%)
2 stars
0 (0%)
1 star
0 (0%)
Displaying 1 - 2 of 2 reviews
Profile Image for Paradoxe.
406 reviews155 followers
September 7, 2018
ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Κάποια στιγμή ένιωσα μια δυσθυμία διότι μου φάνηκε ότι παρακράταγε η εισαγωγή και μόλις είχε αρχίσει να με κουράζει. Φαντάστηκα πως είχα διαβάσει τουλάχιστον είκοσι σελίδες. Έκπληκτος αφού φυλλομέτρησα και είδα πως δεν αργεί να τελειώσει, παρατήρησα πως βρισκόμουν στη σελίδα 70. Μέχρι που άρχισε να πλατειάζει, αγόγγυστα και ευχάριστα διάβασα τόσο για τη ζωή, όσο και για το έργο του Λευκάδιου Χέρν, παρότι η ροπή του γράφοντα σε μελό τόνους, εν αντιθέσει με τα αποσπάσματα του Χερν που παρέπεμπε, και, διακρίνονταν για τη δύναμη, ή το θάρρος τους, με είχε κουράσει. Γράφτηκαν πολλά και για να είμαι ειλικρινής δεν κατάλαβα πόσα απ’ αυτά ήταν προσωπική ερμηνεία, ή μεταφορά ερμηνειών άλλων, όμως εμένα με τρόμαξε. Περίμενα να συναντήσω κάτι εντελώς διαφορετικό υφολογικά, περισσότερο ρομαντικό ή λυρικό και στακάτο απ’ την άλλη ως μέρος της στυλιστικού πατήματος της γάτας των Ιαπώνων. Ήταν όμως έτσι;
Τέλος, ο Λευκάδιος Χερν είχε μισή καταγωγή ελληνική. Δεν έζησε ποτέ στην Ελλάδα, δεν επισκέφτηκε ποτέ την Ελλάδα. Το μοναδικό που ήθελε ήταν να αγαπηθεί και να βρει ένα τόπο αντάξιο της φλόγας μέσα του. Τα βρήκε στην Ιαπωνία. Πρέπει ντε και καλά να τον βαφτίσουμε Έλληνα και να ντύνουμε το ύφος του με υποτιθέμενα δηλωτικά ελληνικού συνειδέναι; Γιατί όχι Ιρλανδικού που στο κάτω – κάτω έζησε και μεγάλωσε εκεί; Ο άνθρωπος μας δήλωσε τι ήθελε να είναι. Γιατί δεν τον αφήνουμε να αναπαυθεί; Αρκετούς λόγιους, διανοούμενους και καλλιτέχνες Έλληνες έχουμε. Νισάφι! Ας τον εκτιμήσουμε όπως ήταν, γι’ αυτό που ήταν. Τελεία.

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΜΙΜΙ ΝΑΣΙ ΧΟΙΤΣΙ:
Προφανώς ο Χερν ήταν δεινός αφηγητής. Όχι μόνο ζωντάνευε το σκηνικό μπροστά μου, αλλά με έκανε να αισθανθώ σα να βρισκόμουν στη θέση του τυφλού, την απόγνωση να μη μπορείς να δεις και όχι ότι ο τυφλός δεν είχε συνηθίσει την τυφλότητα του, εγώ ήμουν που ένιωθα την απογοήτευση για ‘κεινον. Πέρα από ένα σχόλιο σχετικά με την παλιά δύναμη των σαμουράϊ, η ιστορία είναι ένα ωραίο παραμύθι Παρόλ’ αυτά σε κανένα σημείο δεν αισθάνθηκα πως γράφει ένας Ανατολίτης, ή εν πάση περιπτώσει κάποιος που δεν τον ξενίζει ή δεν τον κάνει να θαυμάζει αυτή την κουλτούρα, η τόσο ξένη στους εκτός Ανατολάς. Αυτό μου πέρασε, πως γράφει με το θαυμασμό ή την έκπληξη του ξένου και χωρίς εξοικείωση.

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΙΤΟ ΝΟΡΙΣΟΥΚΕ:
<< Μια πρωτόγνωρη χαρά γέμιζε την καρδιά του, σαν τη μεγάλη σιωπή >>
Η δεινότητα ήταν εκεί, αλλά η δυτική στίξη του αφηγητή είχε κάπως υποχωρήσει. Όσο τεντωμένες ήταν οι κεραίες μου στην αρχή, τόσο αποξεχάστηκα μετά και προς το τέλος δε διέκρινα κανένα απ’ τα σημάδια της τόσο αναμενόμενης ιστορίας, είχαν καμουφλαριστεί τέλεια. Περίμενα κι εγώ αυτή τη μονοθέσια, πολυστολισμένη άμαξα χειρός, που λεγόταν παλαγκίνο…

ΟΣΙΝΤΟΡΙ:
Δε με κέρδιζε το κείμενο απ’ την αρχή του και φρίκιασα με την προσπάθεια να περάσει το ‘’σπαρακτικό’’ του ονείρου, συνέχιζα όμως να το διαβάζω, κάνοντας υπομονή και φτάνουμε στη στιγμή που κοιτάει με προσοχή τον κυνηγό, η εναλλαγή, η βιαιότητα της πράξης ήταν τόσο έντονη που έμεινα με το στόμα ανοιχτό.

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΟΤΕΙ:
<< αν από αγάπη για ‘σενα ένιωθα την επιθυμία να ζήσω, θα ήταν καθαρός εγωισμός >>
Σε όλες τις ιστορίες ο τρόπος του συγγραφέα να αναγγέλλει το θάνατο έχει μια απολυτότητα, σα να δηλώνει το αδιάρρηκτο με σφοδρότητα και απλότητα συνάμα. Σοκάρει. Κάτι βέβαια υπάρχει σε αυτό τον τρόπο κάποιος συμβολισμός, που βέβαια θα τον απαντήσει καθένας μόνος του, όταν διαβάσει τα κείμενα. Κάποιες απαντήσεις είναι καθαρά υποκειμενικές.
Στα της ιστορίας, τίποτα το αξιοσημείωτο.

ΟΥΜΠΑ ΖΑΚΟΥΡΑ:
<< Τα άνθη του ροζ και λευκά, μοιάζουν με τις ρώγες μιας γυναίκας που στις άκρες τους λάμπει σαν μαργαριτάρι μια σταγόνα γάλα. Οι κάτοικοι της περιοχής το ονόμασαν Ούμπα Ζακούρα, ‘’Η κερασιά της παραμάνας’’

ΤΖΙΟΥ ΡΟΚΟΥ ΖΑΚΟΥΡΑ:
Μια απλή μετεγγραφή και όμως πολύ όμορφη και χαρακτηριστική, όπως κι η παραπάνω. Το ‘χουν φαίνεται οι κερασιές.

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ Η ΚΑΜΠΑΝΑ:
Στη συγκεκριμένη ιστορία, ο συγγραφέας γνωρίζει την αδυναμία του να γδυθεί τη δυτική υπόσταση του, ωστόσο ντύνει το κείμενο του με πληροφορίες πολύ ενδιαφέρουσες, σχετικά με την ιαπωνική κουλτούρα και κυρίως χωρίς να παραλείπει τα παραδείγματα και το συνδυασμό μιας δεύτερης ιστορίας μέσα στην πρώτη. Από την εισαγωγή γνώριζα την ερμηνεία της ιστορίας και νομίζω πως συμφωνώ, αν και δε με άφησε έκθαμβο.

ΤΟ ΤΖΙΚΙΝΙΝΚΙ:
Όποιος έχει διαβάσει εξιστόρηση κάποιων απ’ τις μικρές ιστορίες του Τολστόϊ κι έχει νιώσει τη ζεστασιά της αφήγησης του, ή αντίστοιχα το άπλωμα που κάνει ο Μπαλζάκ, ή τις άκρες των κόσμων που ανακατεύει ο Ντίκενς, μπορεί ίσως να καταλάβει την απογοήτευση μου, όταν με τέτοιο υλικό, το αποτέλεσμα ήταν τόσο χλιαρό.

ΤΟ ΡΟΚΟΥΡΟ ΚΟΥΜΠΙ:
Ευρηματική συνδυαστική και πολύ κεφάτη αφήγηση, που όμως από ένα σημείο και μετά κουράζει.

ΓΙΟΥΚΙ ΟΝΝΑ:
<< όταν υπάρχει επιθυμία τα μάτια τη λένε το ίδιο καλά με τα χείλη >>
Ικανοποιητική αφήγηση.

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΑΟΓΙΑΓΚΙ:
Από παντού εκπνέει αυτή τη λεπαίσθητη ευγένεια και τις αξίες των Ιαπώνων, ακόμη κι αν η κουλτούρα μας δεν μας επιτρέπει να τις δεχόμαστε απροβλημάτιστα. Και όμως έχει μια γλύκα και από την πρώτη στιγμή μου γέννησε τις εικόνες των τόπων και των σκηνικών που περιγράφονται. Ως τώρα αποδεικνύεται η καλύτερη και υφολογικά η πλέον αυθεντική.

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΑΚΙΝΟΣΟΥΚΕ:
Ανεξάρτητα όσο και εξαρτημένα απ’ την ιστορία θαυμάζω πολύ το σεβασμό των Ιαπώνων για τα δέντρα και τη φύση, όσο και την πεποίθηση τους πως τα δέντρα είναι φύλακες ψυχών, αντίστοιχοι με ευγενικούς σαμουράϊ. Τονίζω πως δύσκολα διαβάζω περιγραφές για τη φύση, εδώ όμως δεν υπάρχουν κανονικές περιγραφές τοπίων, αλλά από παντού πηγάζει αυτός ο αξιομνημόνευτος σεβασμός και η αίσθηση πως οι Ιάπωνες αισθάνονται μέρος του συστήματος, συμμετέχοντες και όχι κυρίαρχοι.
Τι περίεργη ιστορία, παρότι δε με κράτησε κοντά της κι ο συγγραφέας δε μου ζωντάνεψε παρά στο τέλος την αποικία των μυρμηγκιών.

Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ:
<< Αυτά έγιναν στην ηλικία εκείνη που τα νιάτα κάνουν τους ανθρώπους απερίσκεπτους και την επιθυμία κοφτερή εμπειρία >>
Η ιστορία είναι σχεδόν τέλεια δοσμένη.

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΑΣΙΝ ΚΟΤΖΙ:
Πολύ περίεργη, πολύ γοητευτική και δυστυχώς πολύ ξερά δοσμένη.

Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ:
Απ’ τα πλέον εναργή και μαγευτικά δοκίμια που έχω διαβάσει.
<< Κάθε πυργκαγιά αντιπροσωπεύει λοιπόν καλλιτεχνική τραγωδία. Γιατί η Ιαπωνία είναι η χώρα της μεγάλης χειροποίητης ποικιλίας >>
<<… η μυθιστορία της πραγματικότητας επιστρέφει με τη φρεσκαρισμένη επίγνωση πως όλ’ αυτά, αληθινά κι ευχάριστα είναι κάτι καινούργιο >> αυτή η φράση για να εξηγήσει πως σιγά σιγά το πραγματικό αντικαθιστά αυτό που είδε σε εικόνες ταξιδιωτικών οδηγών κι έπλασε με τη φαντασία του.
<< Εκεί που κάθομαι στα σκαλοπάτια του ναού και βάζω τα παπούτσια μου για την αναχώρηση, ο ευγενικός γέρο – ιερέας με πλησιάζει πάλι και υποκλινόμενος μου προσφέρει μια κούπα. Ρίχνω βιαστικά μερικά κέρματα πιστεύοντας πως είναι μια βουδιστική κούπα ελεημοσύνης, πριν προλάβω να δω πως ήταν γεμάτη με ζεστό νερό. Οι θαυμάσιοι τρόποι του γέρου δε με αφήνουν να αισθανθώ άσχημα για το χοντροειδέστατο σφάλμα μου. Χωρίς να πει κουβέντα, με το ευγενικό χαμόγελο του πάντα, παίρνει πίσω την κούπα, φεύγει και ξαναγυρίζει με μια άλλη άδεια. Τη γεμίζει ζεστό νερό από ένα μικρό βραστήρα και μου κάνει νόημα να πιω. Συνήθως προσφέρουν τσάϊ στους ναούς, όμως αυτό το μικρό παρεκκλήσι είναι πολύ φτωχό. Έχω την υποψία ότι ο γέρο – ιερέας υποφέρει συχνά από την έλλειψη εκείνων των πραγμάτων που κανένας συνάνθρωπος μας δε θα έπρεπε να στερείται >>.

ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ ΜΕ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ:
Ρομαντικός, ευαισθητοποιημένος κι όμως ρεαλιστής σχεδόν όσο κι ένας ακτιβιστής. Η μουσικότητα που ξεδιπλώνει στις περιγραφές του σ’ αυτό το κείμενο είναι άφταστη. Νομίζω δεν έχω ξανασυναντήσει τίποτα τέτοιο.
<< Χωρίς αμφιβολία όμως στην ασυνήθιστη φαντασία αυτού του λαού, όπως και τόσων άλλων, διασώζεται πάντα η αρχέγονη ιδέα μιας μυστηριώδους και φοβερής επικοινωνίας του κόσμου των νερών με τον κόσμο των νεκρών >>
<< Είναι βέβαιο πως οι εντυπώσεις που παραμένουν περισσότερο ζωντανές στη μνήμη μας είναι οι φευγαλέες. Ποιος θυμάται άλλωστε ολόκληρη ημέρα; Το άθροισμα της ευτυχίας που συγκρατεί η μνήμη στη διάρκεια της ζωής μας διαμορφώνεται από τα δευτερόλεπτα: Τι είναι αλήθεια πιο φευγαλέο από ένα χαμόγελο; Κι όμως χάνεται ποτέ από τη μνήμη ένα παλιό χαμόγελο; Ή η απαλή θλίψη που ξυπνάει μέσα μας αυτή η ανάμνηση >>

ΕΝΑΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΣ:
<< ζητούμενη συμπεριφορά ήταν η τέλεια απάθεια >> λες και κατέβηκε ένας διακόπτης, σα να μπήκες σε μια άλλη σκηνή με αδρές γραμμές γκρεμίζει τη χαλκευμένη εντύπωση για τους σαμουράϊ και διασχίζει τα χρόνια της αθωότητας του παιδιού που προετοιμάζεται για σαμουράϊ. Εξασκείται κι ο ίδιος στην τέλεια αυτοσυγκράτηση. Πουθενά δε φαίνεται αποτροπιασμός για τη δύσκολη συνθήκη, για τα φίλτρα αποφυγής της τρυφερότητας, για τις δοκιμασίες θάρρους με το μικρό παιδί να πηγαίνει μες στη νύχτα σε τόπο εκτέλεσης να φέρει το κεφά��ι ενός νεκρού. Συγκράτηση, συγκράτηση. Εξετάζει, γράφει, αποτυπώνει. Πού θα καταλήξει; Έκπληκτος παρακολουθούσα μαζί του κι όμως γοητευμένος, έστω κι αν θα δυσκολευόμουν να το παραδεχτώ ή να το εξηγήσω. Σκληραγώγηση και φιλοσοφία. Ενδιαφέρον. Αν κι ο συγγραφέας προτού στραφεί στην Άπω Ανατολή αν είχε στρέψει το κεφάλι του με το ίδιο ενδιαφέρον στην Ελλάδα μας, στη Σπάρτη μας, θα έβλεπε πως τα πράγματα δε διέφεραν πολύ, παρότι η δική μας παράδοση σταμάτησε πολύ ταχύτερα. Γνώρισμα ενός λαού που βυθίστηκε πολύ λιγότερο στις πράξεις βίας και περισσότερο στο Λόγο και τη διπλωματία.

Δείχνει όμως τον αποτροπιασμό του για την απρόσκλητη έλευση των Αμερικανών. Τα ‘’Μαύρα Καράβια’’. Με διαπέρασαν τα συναισθήματα του. Κι ίσως σ’ αυτό να ευθύνεται λίγο κι ο Γκρην που μ’ έμαθε να απεχθάνομαι το χυδαίο θρησκευτικό εκπολιτισμό, αυτό το τυφλό, υποκριτικό κατασκεύασμα. Αν και θα συμφωνήσω με το συγγραφέα ότι είναι πραγματικός βιασμός, άγριος να εισβάλλει ο άλλος απρόσκλητος σε όλα και να σου λέει ‘’εμένα ο τρόπος μου είναι καλύτερος’’, ‘’εγώ τα κάνω καλύτερα’’, ‘’είμαι εξυπνότερος’’, ‘’πιο εξελιγμένος’’ κλπ και πως κινδυνεύει πραγματικά η ταυτότητα του πολιτισμού, απ’ την άλλη είμαι αντίθετος στα φράγματα στην πρόοδο. Που αυτό σημαίνει κάθε τεχνολογικό επίτευγμα που αφορά την υγεία και κάθε πιθανότητα να γνωριστείς με τα ευγενή πνεύματα άλλων πολιτισμών. Κάπου πρέπει να σταματάει η δεισιδαιμονία και οι παλιοί τρόποι που μοιρολατρικά αποδέχονταν πχ τον καρκίνο ως ‘’σβήσιμο’’. Αν μπορείς να το παλέψεις κι υπάρχουν τα μέσα, να το παλέψεις. Τώρα ότι παράλληλα θα βρεθείς με φούρνο μικροκυμάτων, κινητό τηλέφωνο και αυτοκίνητο με τετρακόσα άλογα ναι οκ είναι η άσκημη πλευρά, μαζί με τα σπίτια – φυλακές και τη διαμέλιση της ατομικότητας, όσο και την ισοπέδωση της πολιτισμικής ταυτότητας, κάτι σαν τις διακοπές σε ολ ινκλούσιβ. Πας διακοπές στις Κάννες, στα Χανιά, στις Αντίλλες κι είναι ένα και το αυτό. Μένεις στο χρυσό κλουβί, σε έχουν σε πάχυνση απ’ το πρωί ως το βράδυ, σου πουλάνε φολκόρ κατά παραγγελία και κατά τ’ άλλα πλήρωσες χρυσές τις διακοπές στις Μαλδίβες.

Από την άλλη το παιδί αξίζει να είναι παιδί για όσο περισσότερο μπορεί. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Και κάποιες κουλτούρες μπορεί να λειτούργησαν υπό άλλες συνθήκες, κακά τα ψέματα όμως φτιάχνανε ρομποτάκια. Δρούσαν κατά το συγγραφέα με εντιμότητα και αγάπη για το καθήκον. Ξέρανε όμως κάτι άλλο; Τα πάντα ήταν απαγορεύσεις. Ναι στην ηθική, αλλά ναι και στην πρόκληση. Να βρεθείς στο σταυροδρόμι. Να επιλέξεις και να σπάσεις τα μούτρα σου. Έτσι να τη δεχτώ την Ηθική. Γιατί είναι η Ηθική – βίωμα, δεν είναι η Ηθική – καθήκον.

Αν μη τι άλλο το κείμενο όσο οπισθοδρομικές κι αν είναι οι αρχές του τονίζει κάτι πολύ σημαντικό, την εσωτερική δύναμη της ταυτότητας των Ιαπώνων, την ισχυρότητα τους, τη σταθερή δομή. Μπορεί να τους δυσαρέστησε, μπορεί να ενοχλήθηκαν, αλλά τελικά τα λόγια του δεν πέθαναν, δε θάφτηκαν. Το αποδεικνύει άλλωστε η τρομερή άνοδος της Ιαπωνίας σε παγκόσμια δύναμη. Και όμως αν τους καλοεξετάσεις, αποκλείεται να μη διακρίνεις την ευγένεια που έχουν ως λαός, ακόμη και την ευγένεια στο φαγητό το πιο απλό απ’ όλα, τη λεπτεπίλεπτη διακοσμητική τέχνη τους, την ελαφράδα του βαδίσματος. Διατήρησαν την ενότητα τους. Συναίνεσαν αλλά δεν υπέκυψαν. Αν μη τι άλλο το κείμενο, είναι μια έξοχη αποτύπωση του πως εισέβαλλε ο ‘’πολιτισμένος’’ κόσμος, μόνο που βέβαια εδώ δεν είχε να κάνει με την αχανή Αφρική, αλλά με ένα μικρό συγκροτημένο τόπο. Τώρα θα μου πεις κι εμείς μικρός τόπος είμαστε, αλλά εμείς δεν έχουμε συγκράτηση, άσε που τρώμε τρώμε τρώμε και άμα το χέρι που μας ταϊσει παραπλησιάσει έστω για να μας μπουκώσει λίγο ακόμα φαϊ σαν το Καυκάσου μπορεί να του κόψουμε και καμιά δαγκανιά. Άγνωσται αι ελληνικαί βουλαί αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

Κι έτσι ο εμβριθής, παρατηρητικός, σπουδαστής – σαμουράϊ κολύμπησε μέσα στο δυτικό πολιτισμό και ήρθε αντιμέτωπος με την ευπώλητη βραχυβιότητα του, τις συμβάσεις του και την παντελή έλλειψη ποιότητας στον ελεύθερο χρόνο του. Γνώρισε τον άνθρωπο του ρολογιού που δείχνει τα λεπτά σε δολάρια. Όμως που κολύμπησε, πόσο κολύμπησε, όλοι εσείς που διαβάζετε ξέρετε πως δεν είναι μόνον αυτά ο δυτικός πολιτισμός. Όλα μα όλα είναι θέμα επιλογών και ναι ακόμη και η από ευχαρίστηση μελέτη οφείλει και πρέπει να είναι κοπιώδης και κάτω απ’ την επιφάνεια. Στον αφρό βρίσκονται μόνο οι ιερωμένοι και οι φιλοσοφίες του αέρα. Μαζί με τα φουρνάκια μικροκυμάτων, τους αρτοπαρασκευαστές και την τηλεόραση με το σμάρτφον.

ΚΙΜΙΚΟ:
<< ακόμη κι ο διάβολος είναι όμορφος στα δεκαοχτώ του >>
<< κι ότι δεν είχε μάθει ακόμη το ήξερε στην εντέλεια: τη δύναμη της ομορφιάς και την αδυναμία του πάθους, την τεχνική των υποσχέσεων και την αξία της αδιαφορίας, κι όλη την τρέλα και το κακό που φωλιάζουν στις αντρικές καρδιές >>
Αν μη τι άλλο πρόκειται για σαγηνευτική αφήγηση, σε κάνει να θες να γνωρίσεις μια γκέΪσα, όχι για να κάνει αχαλίνωτο σεξ με μια πανέμορφη εξωτική γυναίκα, αλλά για το σύνολο της ισορροπίας και τη σοφία που φαίνεται να διακρίνει την κίνηση, τις αρετές και τελικά μόνο την εμφάνιση της. Ακόμη και αγνοώντας το μυστηριακό και ξένο των σκιστών χαρακτηριστικών και του πάλλευκου δέρματος.
Σε κάποια σημεία αυτή η αφήγηση έχει τη μαγικότητα του ύφους από τις Πουτάνες του Μαρκέζ και τη μουσικότητα του ίδιου του Λευκάδιου Χερν όπως την αποκάλυψε σε κάποιες αφηγήσεις του σε κείμενα παραπάνω.
<< Πριν πάρει το επαγγελματικό της όνομα, το όνομα της ήταν Άϊ, που αν το γράψεις με το πραγματικό του ιδεόγραμμα σημαίνει αγάπη. Με άλλο ιδεόγραμμα, η ίδια λέξη σημαίνει θλίψη. Ιστορία αγάπης και θλίψης >>
Ναι ξέρω τι θα φάμε σήμερα; Μελόπιτα. Ε τι να κάνουμε μερικές φορές χρειάζεται και το μέλι!
<< τα πολύτιμα έπιπλα, τα κοσμήματα, οι φορεσιές δόθηκαν πάμφτηνα σ’ αυτούς που πλουτίζουν απ’ την αθλιότητα των άλλων, πλούτο που ο λαός αποκαλεί Ναμίντα νο κάνε, Χρήματα των δακρύων >>
Μελόπιτα, ξεμελόπιτα, αναμενόμενη, ξεαναμενόμενη εμένα μου άρεσε αυτή η ιστορία!
Profile Image for Yanper.
534 reviews31 followers
September 4, 2015
το βιβλίο έχει μύθους και ιστορίες της μεσαιωνικής Ιαπωνίας που δίνουν μία είκονα της ζωής των κατοίκων της, τον τρόπο σκέψης των, και την αντίληψη που είχαν για την ζωή. Επίσης ο συγγραφέας δίνει τις εντυπώσεις του από την πρώτη επίσκεψή του και τις επισκέψεις που έκανε σε διάφορα μέρη.Ο Λευκάδιος Χερν με μητέρα Ελληνίδα αγάπησε την Ιαπωνία όσο κανένας άλλος δυτικός και αγαπήθηκε από τους Ιάπωνες εξ ίσου. Είναι ένα βιβλίο που θα το βρουν ενδιαφέρον όσοι έχουν περιέργεια για τον παλαιό τρόπο ζωής, τις αξίες και πιστεύω του ιαπωνικού λαού.
Displaying 1 - 2 of 2 reviews

Can't find what you're looking for?

Get help and learn more about the design.