Jump to ratings and reviews
Rate this book

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης

Not yet published
Expected 1 Apr 35
Rate this book
"Κι όμως ο Μανούσος Φάσσης δεν ήταν διόλου τυχαία περίπτωση. Την εποχή που εμείς ασχολούμασταν με τις συλλογές αστέρων και ποδοσφαιριστών και αγοράζαμε μετά μανίας τις καραμέλες "Σαρλώ-Κατσούρα" (οι εναπομείναντες ομήλικοι Θεσσαλονικείς θα έχουν ακόμη τη γεύση τους στο στόμα) για να συμπληρώσουμε τη σειρά που θα μας έδινε το δικαίωμα συμμετοχής στην κλήρωση των δώρων (ένα ρολόι συνήθως ή μια μπάλα), και πάντα μας έλειπαν ένα ή δύο κομμάτια, γιατί απλούστατα ο ευφυής καραμελατζής δεν τα είχε περιλάβει στη σειρά (θυμάμαι συγκεκριμένα πώς άλλοτε έλειπε η Μπίλλυ Ντοβ και άλλοτε ο θρυλικός Άγγελος Μεσσάρης) - την εποχή εκείνη λοιπόν ο Μανούσος διάβαζε "Νέα Εστία" και "Μακεδονικές Ημέρες" και είχε δει "Τα Δημιουργηθέντα Συμφέροντα" του Υάκινθου Μπεναβέντε στο Βασιλικό Θέατρο, σε μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη". (Από την έκδοση)

141 pages, Paperback

First published April 1, 1987

6 people want to read

About the author

Manolis Anagnostakis

25 books20 followers

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
4 (36%)
4 stars
5 (45%)
3 stars
2 (18%)
2 stars
0 (0%)
1 star
0 (0%)
Displaying 1 of 1 review
Profile Image for Δημήτρης Μαύρος.
Author 5 books17 followers
December 28, 2020
70%

Το βιβλίο αυτό δεν είναι μια μελέτη-φάρσα, όπως απ' ό,τι ξέρω θεωρείται, αλλά ένα απλό και πολύ σύντομο (στα όρια της νουβέλας) μεταμυθοπλαστικό μυθιστόρημα το οποίο κινείται σε παρόμοια -αλλά όχι την ίδια- γραμμή με το Pale Fire του Nabokov. Η γενική μου εντύπωση -καθαρά βάσει του κειμένου, χωρίς εξωκειμενικά στοιχεία- είναι ότι ο Αναγνωστάκης φοβήθηκε να κάνει κάτι πιο φιλόδοξο. Είχε άπειρο περιθώριο να επεκτείνει το εγχείρημά του. Αντ' αυτού, σκαρφίστηκε διάφορους λόγους για να μην το κάνει (ότι δεν ήθελε να δοκιμάσει τη μακροθυμία του εκδότη που του επέτρεψε να παρουσιάσει έναν τόσο άγνωστο ποιητή κ.λπ., ότι ένας από τους φακέλους των ποιημάτων του Φάσση έπρεπε καθ' οδηγίαν του ίδιου να παραμείνει σφραγισμένος για άλλα 20 χρόνια). Έτσι κατέληξε να τα κάνει όλα σε εμβρυικό επίπεδο: η φανταστική σχέση/φιλία του Αναγνωστάκη με τον Φάσση παραμένει όχι υπανάπτυκτη αλλά ιδιαίτερα σύντομα δοσμένη, μας δίνει καμιά εικοσαριά ποιήματα όλα κι όλα, καθ' ομολογίαν του δειγματοληπτικά, ενώ θα μπορούσαν να πλησιάζουν τα 50, ο σχολιασμός/παρουσίαση/κριτική των ποιημάτων είναι ανύπαρκτος σχεδόν, οι κριτικές του παραρτήματος (που δεν γνωρίζω αν όντως γράφτηκαν για τον Φάσση ή αν είναι επινοημένες, αλλά που δεν έχει σημασία τι ισχύει εκ των δύο) θα μπορούσαν να ήταν πλουσιότερες κ.λπ.. Θα μπορούσε γενικώς να είχε εκμεταλλευτεί ένα σωρό υλικά ώστε να δομήσει κάτι πιο φιλόδοξο και δεν το έκανε, λες και δίσταζε για το ίδιο του το εγχείρημα (που δεν είναι παράλογο) και έκανε κάτι σύντομο και πιο αόρατο γι' αυτόν τον λόγο. Ποιος ξέρει.

Άπαξ και προβούμε σε σύγκριση με τον Nabokov, το πόνημα του Αναγνωστάκη ωχριά. Είπα ότι δεν κινείται στην ίδια γραμμή, διότι ο Nabokov δεν επιχείρησε να παρουσιάσει τον φανταστικό ποιητή του Pale Fire ως πραγματικό ΕΞΩ από το πλαίσιο του μυθιστορηματικού κόσμου, ενώ ο Αναγνωστάκης εξέδωσε δύο βιβλία ως Μανούσος Φάσσης και χρειάστηκε καιρός μέχρι να καταστεί γνωστό ότι Φάσσης=Αναγνωστάκης. Και είπα ότι ωχριά στη σύγκριση γιατί η ποιότητα γραφής τόσο του "δοκιμιακού-μυθιστορηματικού" σκέλους όσο και του ποιητικού είναι μακράν υποδεέστερη.

Δεν γνωρίζω πώς ακριβώς αντιλαμβανόταν ο Αναγνωστάκης αυτό το βιβλίο του (με πόση σοβαρότητα, πώς θα το κατέτασσε ο ίδιος ειδολογικά κ.λπ.), αλλά και ως μελέτημα να γράφτηκε παραμένει προφανώς μυθοπλαστικό κι ως εκ τούτου δεν αισθάνομαι ότι έχω επιλογή παρά να το αξιολογήσω ως λογοτεχνία. Και αφού το αξιολογώ έτσι, αισθάνομαι ότι υποχρεούμαι να το συγκρίνω με αντίστοιχα εγχειρήματα άλλων.

Εκεί που με προβληματίζει περισσότερο η σύγκριση είναι στα ποιήματα, όπου επίσης αναφαίνεται το ζήτημα της αποκλίνουσας στόχευσης. Και το βιβλίο του Nabokov είναι εμφανώς σατιρικό (ο σχολιαστής του φανταστικού ποιήματος προσπαθεί να χώσει με το στανιό την προσωπική του ιστορία μέσα στον σχολιασμό κ.λπ.), αλλά το ποίημα πάνω στο οποίο βασίζεται το σατιρικό μελέτημα δεν είναι το ίδιο σατιρικό. Και πέραν τούτου, ο Nabokov συνθέτει ένα "σοβαρό" ποίημα 999 στίχων, ενώ ο Αναγνωστάκης 20 -ενστικτώδης ο υπολογισμός, δεν τα μέτρησα- χαζοποιηματάκια (με εξαιρετικές ρίμες, τεχνικά απίστευτα κ.λπ., αλλά περιεχομενικά ανούσια). Φυσικά αυτό ήθελε να κάνει ο Αναγνωστάκης, δεν είναι ότι στόχευε σε κάτι διαφορετικό και απέτυχε. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, πόσο αξίζει το εγχείρημά του, αν προσπεράσουμε προς στιγμήν την απόλαυση της ανάγνωσης μιας γιγαντιαίας φάρσας, αν δηλαδή αναλογιστούμε ποια είναι η σημασία του στον νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα.

Εφόσον, λοιπόν, κατατάσσω το βιβλίο του Αναγνωστάκη στη μεταμυθοπλασία, εκεί βρίσκω και τη σημασία του. Τέτοια εγχειρήματα έχουν υπάρξει αρκετά από το 1987 που γράφτηκε. Φυσικά, ο Nabokov τον πρόλαβε κατά 25 χρόνια, και θα μπορούσαμε να φτάσουμε ίσως ώς τον Pessoa ψάχνοντας τη ρίζα (αλλά δεν σκοπεύω να το κάνω γιατί θεωρώ ότι υπάρχει σημαντική απόκλιση). Μπορεί, λοιπόν, το Pale Fire να εκδίδεται το 1962, αλλά για τα ελληνικά δεδομένα, αυτό που κάνει ο Αναγνωστάκης είναι ανήκουστο. Και το γεγονός ότι στη συντηρητική σημερινή λογοτεχνική (κι άλλα επίθετα) Ελλάδα εμφανίζονται τόσα παρόμοια εγχειρήματα έκτοτε, οφείλεται σε πολλές περιπτώσεις σε αυτή την ενέργεια του Αναγνωστάκη.

[Όταν έγραφα το βιβλίο μου, Αυτιστικός Θεός, αλλά και αφότου εκδόθηκε, είχα άγνοια του Φάσση και κυριότερον είχα άγνοια του Pale Fire με το οποίο υπάρχουν εντυπωσιακές ομοιότητες (αν και το δικό μου, φυσικά, εν συγκρίσει ωχριά, και το πιθανότερο είναι ότι αν είχα υπόψη μου το έργο του Nabokov θα είχα, από ντροπή, προχωρήσει σε επανεπεξεργασία του ποιήματός μου) και το οποίο επίσης έφτασε πριν μια-μιάμιση βδομάδα σε μια πανέμορφη έκδοση ([book:Pale Fire: A Poem in Four Cantos by John Shade|8926302]) από την Αγγλία. Kαι τέτοιες ομοιότητες είναι πολύ επικίνδυνες στη μεταβλαβιανική εποχή, οπότε μιας και βρέθηκε η ευκαιρία το αναφέρω.]

Επομένως, για να επιστρέψω στο προκείμενο, είναι φανερό ότι θα υπάρχουν και άλλοι, πλην εμού, που έφτιαξαν παρόμοια έργα χωρίς εποπτεία των δύο αυτών βιβλίων. Μπορώ να σκεφτώ, όμως, τουλάχιστον δύο που είναι εμφανές ότι αντλούν από εκεί την έμπνευσή του: το ένα είναι τα σατυρικά ποιήματα ενός Λάμπρου Λαρέλη (περσόνα του Κώστα Κουτσουρέλη)· το δεύτερο, που το διαπίστωσα τις προάλλες, είναι η Απάτη ενός ανύπαρκτου Λεβ Γκρομπαν (γραμμένο από τον Σταμάτη Ζώχιο) που αποτελείται επίσης από σατυρικά/ασυνάρτητα ποιήματα. Υπάρχει και ένα τρίτο, επίσης πρόσφατη ανακάλυψη, το οποίο δεν το έχω διαβάσει και δεν φαίνεται αν προέκυψε κι εκείνο όπως το δικό μου, σε ένα καθεστώς ημιμάθειας: είναι η Ριμάδα του Άγιου Ευάγγελου. Πρόκειται για φανταστικό κείμενο, σχολιασμένο κ.λπ. από μιαν ανύπαρκτη Λουίζα Λαζάρου, η οποία φαίνεται να είναι η περσόνα του Μάριου Αλμπάντη. Τέλος πάντων, οι λεπτομέρειες της κάθε περίπτωσης δεν έχουν σημασία εδώ. Αυτό που φαίνεται πάντως είναι ότι το έργο του Αναγνωστάκη εγκαινίασε μια λογοτεχνική πρακτική στη γλώσσα μας και τα τυχόν ελαττώματά του έρχονται σε δεύτερη μοίρα, επειδή ακριβώς ήταν ο πρώτος. Αντίθετα, τα ίδια ελαφρυντικά δεν υφίστανται για τα μεταγενέστερα εγχειρήματα αυτού του τύπου.
Displaying 1 of 1 review

Can't find what you're looking for?

Get help and learn more about the design.