[...]Καλύτερα μιας ώρας σκλαβιά και φυλακή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή. Ουρές χιλιάδων νέων ανθρώπων για τρίμηνη δουλειά τηλεφωνήτριας στον ΟΤΕ. Μια χαρά παλικάρια σαν τα κρύα τα νερά δίνουμε γη και ύδωρ, εξευτελίζονται, για να γίνουνε για τρεις μήνες τηλεφωνήτριες! Δεν το χωράει ο νους μου! Τόση δύναμη αυτό το καταραμένο κοπάδι! Πάρε την κοπέλα σου, αγόρι μου, και άραξε σε μια παραλία να μαζεύεις φύκια, να τα κάνεις μεταξωτές κορδέλες και να τα πουλάς. Γίνε λουλουδού στην Ανδραβίδα by night. Να παρακαλάς να γίνεις μισθωτός δούλος και να σου κάνουνε και κόνξξες, κι εσύ εκεί, στην ουρά, με καψώνια; Βρίσκουνε και τα κάνουνε.[...]
Ο Τζίμης Πανούσης γεννήθηκε το 1954, στις 12 Φεβρουαρίου, λίγο πριν τις 12 τα μεσάνυχτα, και είναι Υδροχόος με ωροσκόπο Σκορπιό. Έχει την Αφροδίτη του στους Πιθήκους, τη μισή του Σελήνη στα μικρασιατικά παράλια και την άλλη μισή την έχουν οι Τούρκοι. Γράφει τραγούδια, βιβλία και κάνει εκπομπές στο ραδιόφωνο από το 1988. Ξεκίνησε την καριέρα του εννέα χρόνων παίζοντας Καραγκιόζη, με αυτοσχέδιες φιγούρες από εξώφυλλα περιοδικών, έξω από τα σύρματα ιδρύματος απροσάρμοστων παιδιών στο Χολαργό. Έχει αλλεργία στο οπαδιλίκι όλων των τύπων, από κόμματα και οργανώσεις μέχρι ποδοσφαιρικές ομάδες και πατρίδες. Σιχαίνεται τους αμερικανοτσολιάδες, τους νεογενίτσαρους εκσυγχρονιστές και τους χρηματόδουλους αρπακολλατζήδες. Αιδοιοδιψής και αιδοιόπληκτος, φιλοδοξεί να γίνει ένας πετυχημένος συλλέκτης γυναικείων οργασμών. Κομπορρημονεί ο ίδιος, ότι ουδέποτε συγκινήθηκε από το ντέρμπι των αιωνίων αντιπάλων Δόξας και Χρήματος (το παίζει στάνταρ Χι, και μάλιστα μηδέν μηδέν). Συμπαγής καλλιτέχνης βαρέων βαρών, έχει στην πλάτη του ένα βαρύ έμφραγμα κι ένα βαρύ εγκεφαλικό, αλλά συνεχίζει απτόητος(;) με την ευχή: «Να μας έχει ο θεός γερούς να μπορούμε ν' αρρωστήσουμε, διότι η αρρώστια στο καπάκι δε λέει, είναι τουματσίλα...»
Θυμάμαι τελειόφοιτος λυκείου ή στρατιώτης να μπαίνω σε ένα δισκοπωλείο και να βλέπω το συγκεκριμένο βιβλίο σε μορφή cd και φυσικά με το ίδιο εξώφυλλο με τις εφτά τσίτσιδες γυναίκες στο εξώφυλλο να φαίνονται τα βυζιά κι οι μουνότριχες και στο οπισθόφυλλο ο κώλος τους.
Έμεινα έκπληκτος με το πως κατάφερε να βρίσκεται σε περίοπτη θέση κάτι τέτοιο. και από τότε μέχρι σήμερα 20 χρόνια μετά δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να ανακαλύψω ποιος είναι ο Τζίμης Πανούσης πάρα τα γενικά που ήξερα, ότι ήταν στάνταπ κωμικός και τραγουδιστής.
Λίγο αφού πέθανε είδα μία συνέντευξή του και μόλις φέτος είδα μία ολόκληρη παράστασή του στην οποία μπορώ να πω γελούσα με το καυστικό χιούμορ το οποίο μου θύμισε φυσικά τον δικό μου αγαπημένο George Carlin
Και όταν είδα ότι το συγκεκριμένο βιβλίο είναι εξαντλημένο και μετά το είδα παρατημένο σε ένα ράφι βιβλιοπωλείου το πήρα παρά την τσιμπημένη τιμή και το έφερα σπίτι να το διαβάσω σε μια φάση, και το διάβασα
Αν αυτά που έγραφε τα έγραφε μαθητής μου θα το βαθμολογούσα πολύ χαμηλά διότι δεν υπήρχε συνοχή, δεν υπήρχε οργάνωση, και δεν υπήρχε νόημα.
Για παράδειγμα ένας τίτλος μας δείχνει το θέμα του κεφαλαίου αλλά τα μικρή σε έκταση κεφάλαια του Πανούση είχαν 10 παραγράφους και μόνο η μία απ’ αυτές συνδεόταν θεματικά με τον τίτλο έτσι κάθε παράγραφος είχε το δικό της θέμα και κάποιες φορές κάθε παράγραφος είχε και 1-2 διαφορετικά θέματα
Υπήρχαν τόσα πολλά πράγματα να πει αλλά επαναλαμβανόταν συνεχώς δηλαδή αυτά που είπε στις 250 σελίδες θα μπορούσε να τα πει σε 50.
Πολλές φορές μια πρόταση ήταν μόνο και μόνο λογοπαίγνια εκεί που περίμενα να διαβάσω σατιρα και χιούμορ διάβαζα λογοπαίγνιο πάνω στο λογοπαίγνιο πάνω στο λογοπαίγνιο το οποία άλλαζαν μορφή σαν Πρωτέας όπως επίσης και το θέμα και στο τέλος νιώθεις ότι ήσουν ένας Σίσυφος που διαβάζεις τα ίδια και τα ίδια και τούμπαλιν.
Νομίζω προτιμώ τον Πανούση στη σκηνή και όχι στο χαρτί κι έτσι δυστυχώς δεν θα συνεχίσω με άλλα βιβλία του
Κλασικός Τζιμαρας, χώνει βρώμικη κάλτσα στη σύγχρονη νοοτροπία του Νεοέλληνα. Το βιβλίο αναφέρεται σε ένα ιδιαίτερο κοινό. Από την άλλη το παρακάνει με τα τσιτάτα, τα λογοπαίγνια και τις ατάκες, σε σημείο που χάνεται αν θέλει να πει κάτι ή απλά να γράψει άλλη μία ατάκα. Θα μπορούσε να τα χώσει εξίσου, πιο απλό τρόπο γραφής
Ο γνωστός Τζιμάκος. Με το χαρακτηριστικό του ύφος που έχω εκτιμήσει. Περισσότερο, βέβαια, λάτρεψα τη δισκογραφία του που έχω ολόκληρη απ τον καιρό των μουσικών ταξιαρχιών. Τον απόλαυσα και σε συνεντεύξεις κι εκπομπές του στο ραδιόφωνο, γενικά γουστάρω τον τύπο αυτόν και θα παραμείνει αλησμόνητος για μένα. Αυτή η φουλ θετική προκατάληψη με ώθησε να πιάσω και το βιβλιαράκι του. Λίγο πολύ ήξερα τι θα βρω εδώ. Όμως τι μυστήριος είναι ο χαρακτήρας μας. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, όπως λένε. Κι εγώ δεν ενθουσιάζομαι εύκολα πια. Ούτε με προβλέψιμες ατάκες που γίναν στερεότυπα ούτε με χαώδη απρόβλεπτα για χάρη των ανατροπών. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Όσο η κλεψύδρα αδειάζει τόσο γίνομαι και πιο δύσκολος. Λυπάμαι Τζιμάκο αλλά ο χρόνος μου είναι πολύ περιορισμένος για βιβλία, πρέπει να σε προσπεράσω, συγχώρα με. Όσον αφορά το συγκεκριμένο βιβλίο μόνο.
Καυστική σάτιρα της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, σουρεάλ πένα· ένα συνειρμικό πανδαιμόνιο, όπου οι σκέψεις ακολουθούν αλυσιδωτή αλληλουχία. Εξαιρετικά διασκεδαστική γραφή, ειλικρινής και διαχρονική εν πολλοίς, ενώ τα αριστοφανικού τύπου ηχητικά παιχνίδια και τα ευφάνταστα και σαρκαστικά λογοπαίγνια κυριαρχούν.