Έχω τον Κρόνο μου στον Οφιούχο. Πρέπει να βρω χρόνο να βγω για νυχτερινό κυνήγι κωλοφωτιάς, να μάσω καμιά δεκαριά πυγολαμπίδες, να τις βραχυκυκλώσω με κεντρί ομοφυλόφιλου κηφήνα, να πάρω τηλέφωνο τη φίλη μου την ιερόδουλη από τα Γιάννενα να μου στείλει βατραχοπόδαρα, να βρω κόκορα από μετανάστη στο ιστορικό κέντρο, να τον ξεδιαλέξω, να 'χει την απόγνωση συσσωρευμένη στο λειρί του... Θέλω ένα κομποσκοίνι δουλεμένο από αγιορείτη θεομπαίχτη καλόγερο (αυτό είναι πανεύκολο: έχω πολλές γνωριμίες στο χώρο τού αοράτου, γιατί ασχολούμαι παιδιόθεν με το real estate), και όλα αυτά να τα τυλίξω σε μονοκίνι δωδεκάχρονης παρθένας, τριμμένο από νεροτσουλήθρες, να το κάμω κομπόδεμα και να το βάλω στο φούρνο με τα μικροκύματα! Τρία λεπτά θα μου πάρει, αυστηρά μετρημένα, κι εγώ θα πρέπει να ψέλνω εβραϊκές κατάρες στα Γερμανικά! Το θαυματουργό ματζούνι το αλείφεις στους κροτάφους μαζί με δυο κρόκους από χρυσά αβγά και βγαίνεις στην ταράτσα, δώδεκα και μισή το βράδυ, για μαγνητική φεγγαροθεραπεία στο χάσιμο του φεγγαριού.
Ο Τζίμης Πανούσης γεννήθηκε το 1954, στις 12 Φεβρουαρίου, λίγο πριν τις 12 τα μεσάνυχτα, και είναι Υδροχόος με ωροσκόπο Σκορπιό. Έχει την Αφροδίτη του στους Πιθήκους, τη μισή του Σελήνη στα μικρασιατικά παράλια και την άλλη μισή την έχουν οι Τούρκοι. Γράφει τραγούδια, βιβλία και κάνει εκπομπές στο ραδιόφωνο από το 1988. Ξεκίνησε την καριέρα του εννέα χρόνων παίζοντας Καραγκιόζη, με αυτοσχέδιες φιγούρες από εξώφυλλα περιοδικών, έξω από τα σύρματα ιδρύματος απροσάρμοστων παιδιών στο Χολαργό. Έχει αλλεργία στο οπαδιλίκι όλων των τύπων, από κόμματα και οργανώσεις μέχρι ποδοσφαιρικές ομάδες και πατρίδες. Σιχαίνεται τους αμερικανοτσολιάδες, τους νεογενίτσαρους εκσυγχρονιστές και τους χρηματόδουλους αρπακολλατζήδες. Αιδοιοδιψής και αιδοιόπληκτος, φιλοδοξεί να γίνει ένας πετυχημένος συλλέκτης γυναικείων οργασμών. Κομπορρημονεί ο ίδιος, ότι ουδέποτε συγκινήθηκε από το ντέρμπι των αιωνίων αντιπάλων Δόξας και Χρήματος (το παίζει στάνταρ Χι, και μάλιστα μηδέν μηδέν). Συμπαγής καλλιτέχνης βαρέων βαρών, έχει στην πλάτη του ένα βαρύ έμφραγμα κι ένα βαρύ εγκεφαλικό, αλλά συνεχίζει απτόητος(;) με την ευχή: «Να μας έχει ο θεός γερούς να μπορούμε ν' αρρωστήσουμε, διότι η αρρώστια στο καπάκι δε λέει, είναι τουματσίλα...»
Περίπου στη μέση της ανάγνωσης καταλαβαίνω ότι αφού άκουσα σε λούπα πολλά κομμάτια και παραστάσεις του Πανούση ήθελα και άλλο από αυτή την λογικά κατανεμημένη παράνοια με την οποία αποδίδει τα νοήματα του, τη βρήκα μεν σε αυτό το βιβλίο και είχε πλάκα για λίγο, αλλά ίσως είναι τελικά προτιμότερο να την απολαμβάνει κανείς σε μικρές δόσεις και με τη συνοδεία Alternative Rock ήχου παρά σε μια τόσο «χοντροκομμένη φέτα» σάτιρας, πολιτικού και κοινωνικού σχολίου μαζεμένη σε αποφθέγματα. Όπως και να έχει υπολείπονται άλλες τόσες σελίδες για να με καταπλήξει ή να με απογοητεύσει.