Μια γυναίκα αφηγείται τη ζωή τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Η αναζήτηση της δέσμευσης μέσα από την ελευθεριότητα του έρωτα, οι γάμοι που - για την ηρωίδα - άλλοτε το αιτούμενο, το παιχνίδι των φυλών, η κόλαση και ο παράδεισος, η πτώση και η ανάσταση - χίλια δυο παρελαύνουν από αυτό το γενναίο μυθιστόρημα - κατάθεση ψυχής. Φλερτάροντας επιδέξια με τον σκόπελο της αυτοβιογραφίας, η Μαλβίνα χαρτογραφεί τη γυναικεία ψυχοσύνθεση με συνταρακτικούς τόνους και δραματικές εξάρσεις, προσφέροντας μας δώρο μια καταβύθιση στη μνήμη που "καταφέρνει να μετατρέψει το κάρβουνο σε διαμάντι".
- Ταξιδεύει και λυποντρέπεται - Εξαφανίζεται και την ψάχνουν - Δρόμος - Πάλι δρόμος - Φλίπερ - Όταν αναστηλωθεί η Χεβρώνα - Λέαινα της Ιουδαίας - Επτά - Λα Αλάχ, ιλά Αλάχ - Ο έρωτας είναι πάντα αυπνία - Η ιστορία της Χάνα - Αποστροφή - Των εν ασκήσει λαμψάντων - Παντρεμένη - Γη Χαναάν
Η Μαλβίνα Κάραλη (πραγματικό όνομα Μαρία-Ελένη Σακκά) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, σεναριογράφος, δημοσιογράφος και παρουσιάστρια στην τηλεόραση. Γεννήθηκε στον Πειραιά και καταγόταν από τα Ψαρά και τη Θράκη.
Απόφοιτη του Αρσακείου. Σπούδασε κυβερνητική στο Παρίσι. Εργάστηκε επί χρόνια ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες όπως η Απογευματινή και η Ελευθεροτυπία και ως αρθρογράφος στα περιοδικά Φαντάζιο, Επίκαιρα, Γυναίκα, Κλίκ, 01, με στήλες που άφησαν εποχή όπως το Επ' αυτοφόρω (Γυναίκα) και "Σαββατογεννημένη" (στο περιοδικό Symbol της εφημερίδας Επενδυτής, άρθρα που κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό της στην ομώνυμη συλλογή).
Η τηλεοπτική της καριέρα ξεκίνησε στην ΕΡΤ και συνέχισε στους τηλεοπτικούς σταθμούς Seven X, ANT1, ΣΚΑΪ, Mega Channel, Star Channel κ.α.
Οι πιο δημοφιλείς εκπομπές της ήταν το Mea Culpa (Seven X), Malvina Live (ΣΚΑΪ), Μalvina Hostess (Mega Channel), Malvina Rixten (Star Channel). Ο χαρακτήρας αυτών των τηλεοπτικών σόου, που συνήθως προβάλλονταν πριν ή μετά το κεντρικό δελτίο ειδήσεων, ήταν επιθεωρησιακός. Η κριτική και η διακωμώδηση της πολιτικής και των προσώπων της, τελικά τη μετέτρεψαν σε χρυσό αουτσάιντερ των τηλεοπτικών καναλιών: όλοι αγαπούσαν τις τηλεθεάσεις της, αλλά κανείς δεν είχε την (πολιτική) πολυτέλεια να την φιλοξενήσει στις συχνότητές του.
Παράλληλα, ως σεναριογράφος, τιμήθηκε με δύο κρατικά βραβεία σεναρίου για τις ταινίες «Ξένια» (1989) του Πατρίς Βιβάνκος και «Κρυστάλλινες Νύχτες» (1992) της Τώνιας Μαρκετάκη. Συνυπέγραψε επίσης τα σενάρια στις ταινίες «Αρχάγγελος του Πάθους» (1987) του Νίκου Βεργίτση και «Ζωή Χαρισάμενη» (1993) του Πατρίς Βιβάνκος.
Έγραψε τα βιβλία «Αθώος σαν αγαπημένος» (εκδ. Καστανιώτη), «Τα κορίτσια της Σαβάνα» (εκδ. Νεφέλη), «Πιο πολύ, πιο πολλοί» (εκδ. Αστάρτη), τη συλλογή δημοσιευμάτων «Ο έρωτας και άλλες πολεμικές τέχνες» από την περίοδο 1989-1996 (εκδ. Κάκτος) και σειρά πέντε βιβλίων μαγειρικής υπό τον γενικό τίτλο «Η κουζίνα της Μαλβίνας-Μαλβινέζικα» (εκδ. Αστάρτη). Επίσης, έγραψε την μυθιστορηματική βιογραφία της Αλίκης Βουγιουκλάκη («Γλυκό κορίτσι»).
Έκανε τρεις γάμους και απέκτησε τρία παιδιά. Ο δεύτερος γάμος της ήταν με τον σκηνογράφο Γιώργο Πάτσα και ο τελευταίος με τον συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλο.
Πέθανε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2002 ύστερα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο. Κηδεύτηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.
Αν εξαιρέσουμε κάποιες ωραίες διάσπαρτες ατάκες, το βιβλίο το βρήκα κουραστικό και φλύαρο. Οι εραστές, δε, που παρήλαυναν στις σελίδες του ήταν από ένα σημείο και μετά τόσο ίδιοι μεταξύ τους, που έχασα κάθε ενδιαφέρον. Η ιστορία αντί να εξελίσσεται, επαναλαμβανόταν.
2.5 αστέρια Μια ιστορία ψυχικά διαταραγμένων ατόμων, των οποίων η υπέρμετρη δυσλειτουργία υφαίνεται κυρίως γύρω από τον έρωτα και καταλήγουν να είναι τοξικοί για τον εαυτό τους και τους γύρω τους.
Η θεματολογία τίποτα ορίτζιναλ, προβάλει την ιδανική μορφή ελευθερίας σε όλες τις εκφάνσεις τις (αλλά κυρίως σεξουαλική) ως χωρίς αναστολές και ηθικές αξίες, προοθωντας τον καταστροφικό και όχι υγιή εγωκεντρισμό.
Παρόλα αυτά η χαμηλή βαθμολογία δεν είναι ποτέ λόγω της θεματολογίας, αλλά για το γεγονός πως επαναλαμβάνεται απίστευτα και κουράζει, τόσο που έπιασα τον αυτό μου, να κοιτάει πόσο ακόμα έμεινε, πολύ πιο συχνά από όσο θα έπρεπε.
Τρόπος γραφής κλασική, αγαπημένη Μαλβίνα, με την αφοπλιστική ταχύτητα και ευφυΐα της, προβάλλοντας το ευρύ πεδίο των γνώσεων της δίνοντας σου υλικό ανάγνωσης για πολύ καιρό (εδώ λιγότερο από ότι σε άλλα βιβλία ή ομιλίες της βέβαια αλλά και πάλι σε ικανοποιητικό βαθμό)
2,5/5 Μου αρέσε πάντα ο τρόπος που μιλούσε και έγραφε η Μαλβίνα Κάραλη. Έτσι κι εδώ, θαύμασα τη "γλώσσα-ροδάνι" της και σημείωσα κάποιες υπέροχες ατάκες. Όμως το ερωτικό γαϊτανάκι που περιγράφεται στο βιβλίο, τελικά με κούρασε, σημάδι το ότι δεν λαχταρούσα να το ανοίξω κάθε βράδυ. Συμπέρασμα: Πιο πολύ; πιο πολλοί; μπα. Ουκ εν τω πολλώ το ευ.
Μου άρεσε ο τρόπος αφήγησης που ρέει και σταδιακά αποκαλύπτει κάποια από τα γεγονότα που είχαν ειπωθεί πιο πριν, τα οποία ίσως να φαινόταν άναρχα με μια πρώτη μάτια, αλλά είναι καλά δομημένα.
Όχι ότι καλύτερο έχω διαβάσει. Μερικά έξυπνα και συναρπαστικά σημεία αλλά σε γενικές γραμμές ένας αχταρμάς από ερωτικές σχέσεις που βασίζονταν κυρίως σε απερίσκεπτη εξάρτηση και υπέρμετρο πάθος.
«Σε κοιτάζω, φίλε, σ’αγαπώ, φίλε. Εγώ, φίλε, αναζητούσα κάποιον να είναι κάτι σαν άγγελος μέσα σε αυτό το μπορντέλο, και είσαι εδώ, σ’αγαπώ, και τα ρέστα μπίρες, μπίρες, μπίρες….»
This entire review has been hidden because of spoilers.
Η Μαλβίνα βαριέται τους ανιαρούς άντρες, εκείνες τις ρηχές και ανούσιες συζητήσεις, τον υπερκαταναλωτισμό, τη συνήθεια, τις «αγκαλίτσες» που έρχονται με τη συνήθεια.
«Πιο πολύ, πιο πολλοί»: ένα βιβλίο αφοπλιστικά ειλικρινές, διασκεδαστικό & έξυπνο, λίγο μελαγχολικό...
Έγραψε η Μαλβίνα:
«Πέφτει κοτζάμ άντρας -μέχρι χθες όμορφος- πάνω στο στρώμα και αρχίζει να κάνει κωλοτούμπες. Έλα δω να κάνουμε αγκαλίτσες, μου λέει. Να το εγκαινιάσουμε. Έτσι ακριβώς είπε, έλα να κάνουμε αγκαλίτσες. Εγώ αδύνατον έτσι, με αφηρημένη τρυφερότητα. Δεν μπορώ. Ήθελα να εξαφανιστώ, να φύγω επιτόπου. Να μπω σε ένα τρένο, καλή ώρα, μια μέρα ταξίδι, δυο μέρες ταξίδι, μετά ξένος τόπος, γέφυρες, καφέ, ξενοδοχείο, αλητεία μετά. Ο πρώτος νόστιμος περαστικός μετά. Να πιάσω την κουβέντα. Αλλιώς έξω, σε συντριβεί η μοναξιά. Αντί για λυπημένες αγκαλιές, να εξαφανιστώ. Αυτό ήθελα. Και εκείνος να μην ξέρει τι έχω απογίνει».
Ποιο είναι, άραγε, το αντίδοτο στην εξοικείωση, την επανάληψη, στον «ζευγαρίσιο συνεταιρισμό», όπως τον αποκαλεί η συγγραφέας;