"Μόνο αυτό ξέρω για μένα Λώρενς, πως με λένε Ντούλισκα, τίποτα άλλο. Στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη , κοιτάζω και δεν βλέπω τίποτα. Βγάζω τα ρούχα μου, στέκω γυμνή και πάλι τίποτα. Δεν έχω πρόσωπο ξέρεις. Κάτι που ν' αγγίζω, να γνωρίζω και να λεω 'είμαι εγώ'. Σκέφτομαι τον εαυτό μου και δεν συναντώ παρά μιά αχαμνή, θολή φιγούρα, αδιάφορη, σαν οποιαδήποτε φιγούρα ανθρώπου, δίχως χαρακτηριστικα. Ζω μέσα σ' ένα φάντασμα. Θέλω να δώσω ένα περιεχόμενο στ' όνομά μου, να το γεμίσω, να μην ηχεί σαν κύμβαλο. Ρούχα, σχόλια, έπιπλα, ιδέες, γνώμες, πληροφορίες, γκριμάτσες, τρόπους, στυλ, μέικ απ... Θέλω να τα πετάξω από πάνω μου, να δω, θα βρω τίποτα;"
"Θα φύγω. Θα τ' αφήσω όλα. Θα σας αφήσω όλους. Θα πάρω το γιό μου και θα παω πίσω στην Ελλάδα. Όλα τα παρατάω και φεύγω, ήδη κι αυτά με παρατήσανε και φύγανε από καιρό. Δεν μπορώ άλλο να τριγυρνώ με ένα άδειο όνομα, ντρέπομαι..."
Η Μάρω Βαμβουνάκη (English: Maro Vamvounaki) γεννήθηκε στα Χανιά όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια. Από εννέα χρονών ήρθε με την οικογένειά της στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και ψυχολογία. Από το 1972 και για έντεκα χρόνια έζησε στη Ρόδο, όπου εργάστηκε ως συμβολαιογράφος. Σήμερα ζει στην Αθήνα.
Μεστή και ποιητική γραφή. Η πλοκή αγγίζει κάθε γυναίκα και σε αφήνει να αναρωτιέσαι πώς και γιατί. Από τα βιβλία που θα κουβαλάω μέσα μου καιρό. Απλό, αλλά συνάμα δύσκολο να το σηκώσεις, ειδικά αν βλέπεις τον εαυτό σου στη Ντούλια.