Δυο μονόλογοι, θεατρικοί και θανατεροί, αφημένοι καιρό στην ορφάνια τους για το αγκάθι που κρύβουν. Μα τώρα, να, ενώπιον σας, ένα ακάνθινο κουβάρι.
"Ο ιππότης του φθινοπώρου γράφτηκε σ' ένα μελαγχολικό ταξίδι Αθήνα-Θεσσαλονίκη με το τρένο. Είχα μόλις διαβάσει την "Αρρώστια τον θανάτου της Ντιράς" και είχα ακούσει, το προηγούμενο βράδυ, τον Ρίτσο να απαγγέλλει την εξαίαια και ο παραχτική Σονάτα του σεληνόφωτος. Από τη διασταύρωαη των δύο προέκυψε ο Ιππότης- προϊόν δημιουργικού δανείου ή ανερυθρίαστη κλοπής, εσείς, αγαπητοί αναγνώστες, θα το κρίνετε.
Για τη Μαμά μου την Κασσάνδρα δυσκολεύομαι ακόμα να μιλήσω. Ήταν αρχές του 2003. Η μητέρα μου μόλις είχε αυτοκτονήσει, και λίγες εβδομάδες πριν είχα πάει να επισκεφθώ τη συχωρεμένη την Καραπάνου στο σπίτι της-μια συνάντηση που, παρά τη συντομία και την αβρότητα της, με είχε διαλύσει. Κι έτσι, όταν η Λώρη Κέζα μού είχε ζητήσει ένα βιωματικό κείμενο για το τρίτο τεύχος του ανυπέρβλητου να ένα μήλο, κάθισα και σκάρωσα αυτόν τον αρσενικοθήλυκο μονόλογο, που περιέχει όλον μου τον σπαραγμό."
"Αυτό είναι το όνειρο ενός ονείρου κάποιου που δεν κοιμήθηκε ποτέ"
Δυο "ορφανά" θεατρικά μονόπρακτα - Η Μάνα μου η Κασσάνδρα και ο Ιππότης του φθινοπώρου- από τις παλιές, "κακές" και δύσκολες εποχές Κορτώ - ακριβώς αυτές που λατρεύουμε (και είμαστε πολλοί)- με όλο τους τον σουρεαλισμό, την συστολή, την εσωστρέφεια, την διαστροφή, την αρρώστια, την ψυχοπαθογένεια, την γοητεία, την λυρικότητα, με όλο τους τον σπαραγμό.
Δυο ωδές στην μοναξιά και στην θλίψη που στάζει αδιάκοπα μέσα στην ψυχή διαμορφώνοντας αργά αλλά σταθερά πέτρινους σταλακτίτες.
Δυο υπερβατικές ιστορίες, τόσο ανθρώπινες όσο ακριβώς και απάνθρωπες.
Καιρό είχε να με διαλύσει έτσι κείμενο. Μπράβο Αύγουστε, τα κατάφερες. Μας μαχαίρωσες με το μπαμπάκι πάλι.
-------------- "Παίζαμε μαζί ώρες ατελείωτες, έτσι που ποτέ δεν έμαθα τα ονόματα των παιδιών της γειτονιάς μου, ούτε τα πρόσωπα τους. Στην αρχή με άφηνε πάντα να κερδίζω, για να μη στενοχωριέμαι, αλλά καθώς μεγάλωνα, που και που ξυπνούσε μέσα της η μικρή Κασσάνδρα, εφτά κι όχι σαρανταδύο ετών, κι ήθελε να με κερδίσει. Μόλις όμως τολμούσε, έβαζα κάτι κλάματα φοβερά, και για κείνην αυτό ήταν η συντέλεια του κόσμου. Προτιμούσε να μαχαιρωθεί παρά να με δει να κλαίω. Κι αυτό έκανε μια φορά, ύστερα από μία παρτίδα σκάκι που είχε κερδίσει, μόλις με είδε να σηκώνομαι μουτρωμένος μ' ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό μου, σηκώθηκε, έτρεξε στην κουζίνα, και γυρνώντας μ' ένα μαχαίρι του ψαριού το κάρφωσε στην αριστερή της παλάμη, λέγοντας καθώς έτρεχε το αίμα: "Η μανούλα δεν ήθελε να σε στενοχωρήσει". (Η μαμά μου η Κασσάνδρα)
"Πόσο γλυκό είναι το κορμί σας ιππότη του φθινοπώρου..Πόσα άλλα κορμιά μου θυμίζει.. Και πόσα άλλα κορμιά με τη σειρά τους θα μου το θυμίσουν.. Μακάρι να σταματούσε εδώ, απόψε η παρέλαση των σωμάτων. Έχω κουραστεί. Νιώθω σαν χαράκωμα πολέμου. Δεν αντέχω να καταπίνω άλλους ανθρώπους. Είμαι μια ζωντανή εκατόμβη. Που κάθε φορά την παρασύρει η ίδια πλάνη. 'Οχι, δεν είναι πόλεμος. 'Ολα γίνονται για την ειρήνη". (Ο ιππότης του φθινοπώρου)
Το πρώτο, με τίτλο "Η μαμά μου η Κασσάνδρα" είναι σαν μια περίληψη του βιβλίου της Κατερίνας. Μας δίνει μια μικρή γεύση από τη σχέση του συγγραφέα με τη μητέρα του. Η ιστορία αυτή τη φορά είναι ειπωμένη από τη δική του οπτική πλευρά.
Το δεύτερο, "Ο ιππότης του φθινοπώρου", είναι ο μονόλογος μιας ηλικιωμένης, μόνης γυναίκας που φιλοξενεί έναν ιππότη για ένα βράδυ. Ο τρόπος που είναι γραμμένο μου θύμισε αρκετά τη "Σονάτα του Σεληνόφωτος".