Ο Δον Κιχώτης, ένας άρχοντας που αποφασίζει ξαφνικά να γίνει ιππότης, ορίζει ιπποκόμο του τον Σάντσο Πάνσα, τον χαζούλη γείτονα του. Οι δυο τους πολεμούν με ανεμόμυλους, πρόβατα και ασκιά κρασιού, απελευθερώνουν κατάδικους και μπλέκουν σε χίλιες δυο περιπέτειες, ενώ κάθε φορά κατά τύχη τη γλιτώνουν.
Ο Δον Κιχώτης είναι ένα από τα πιο γνωστά παγκοσμίως κλασικά μυθιστορήματα. Η διασκευή του Κώστα Βάρναλη σκιαγραφεί με τρόπο μοναδικό τον χαρακτήρα του συμπαθέστατου αυτού άρχοντα με την αχαλίνωτη φαντασία.
O Κώστας Βάρναλης(Kostas Varnalis) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία όπου και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς) σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού.
Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα. Το 1924 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως μέλος του ΕΑΜ. Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1974.
Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα, ενώ θεωρείται ένας από τους κυριότερους αριστερούς εργάτες της γλώσσας στην Ελλάδα. Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.
Το ξαναδιάβασα, χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση, για να το χαρίσω στον ανιψιό μου. Το αριστούργημα του Θερβάντες προσαρμοσμένο για παιδιά από τον Βάρναλη, εξαιρετικό για να μπουν στο πνεύμα του βιβλίου και να το διαβάσουν κάποια στιγμή.
Από όλες τις εκδόσεις του Δον Κιχώτη που έχω διαβάσει, στα ελληνικά και στα Αγγλικά, επίτομες και δίτομες, αυτή είναι μακράν η πιο αγαπημένη... ίσως γιατί είναι παιδική...
Κοίτα, Σάντσο. Αν έχεις τρόπο σου την αρετή και καμαρώνεις να κάνεις ενάρετες πράξεις, δεν υπάρχει λόγος να ζηλεύεις αυτούς που έχουν πατεράδες και παππούδες πρίγκιπες και αρχοντάδες, γιατί το αίμα κληρονομάς, ενώ την αρετή την καταχτάς, κι όσο αξίζει η αρετή μονάχη της το αίμα δεν τ'αξίζει.
Σε μια πόλη της Ισπανίας, τη Μάντσα, ζούσε ο Αλόνσο. Μετά από μια πολυτάραχη ζωή στα 50 του αποφασίζει να το "ρίξει" στο διάβασμα ιπποτικών μυθιστορημάτων. Επηρεασμένος από όσα διαβάζει,αλλάζει το όνομα του σε Δον Κιχώτης και μαζί με το άλογο του και τον συγχωριανό του Σάντσο ξεκινούν σωστοί ιππότες να σώσουν τον κόσμο. Μαζί μπλέκονται σε κωμικοτραγικές καταστάσεις: πολεμούν ανεμόμυλους νομίζοντας ότι είναι γίγαντες, πρόβατα νομίζοντας ότι είναι στρατός,απελευθερώνουν εγκληματίες από τη φυλακή και πολλά παρόμοια σκηνικά. Και οι δύο χαρακτήρες σου προκαλούν γέλιο, αλλά εμένα προσωπικά και θαυμασμό για τον τρόπο που επέλεξαν να ζήσουν, αψηφώντας την λογικότητα του κόσμου,ζώντας μέσα στο δικό τους παραμύθι. Ανάμεσα στους δύο άντρες υπάρχει πίστη και αφοσίωση,όσο και αν διαφέρουν τόσο την εξωτερική εμφάνιση-ο ένας είναι ψηλόλιγνος ο άλλος κοντόχοντρος- όσο και στον χαρακτήρα -ο ένας αφοσιωμένος στα ιδανικά του και ο άλλος στην κοιλιά του και την τεμπελιά του-. Γράφτηκε το 1605 και θεωρείται το πρώτο σύγχρονο μυθιστόρημα. Σκοπός του Θερβάντες ήταν να σατιρίσει τα ιπποτικά μυθιστορήματα του μεσαίωνα. Και ο σκοπός του επιτεύχθηκε, καθώς ο Δον Κιχώτης θεωρείται έργο σταθμός για την παγκόσμια λογοτεχνία και διαμόρφωσε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά και τους τύπους ανθρώπων που υπάρχουν ως και σήμερα στις κωμωδίες.
Ο Κώστας Βάρναλης, ο γνωστός ποιητής και συγγραφέας, γράφει το δικό του βιβλίο για τον Δον Κιχώτη. Δεν πρόκειται για μια μετάφραση ή μια απλή διασκευή του κλασικού έργου του Θερβάντες. Ο Βάρναλης παίρνει τον θρυλικό ήρωα και τον φέρνει κοντά στον ελληνικό αναγνώστη, εστιάζοντας στη διαχρονική φιγούρα του ονειροπόλου που παλεύει ενάντια στους ανεμόμυλους της πραγματικότητας. Η ιστορία παρακολουθεί τις περιπέτειες του Δον Κιχώτη και του πιστού του Σάντσο Πάντσα, αλλά μέσα από τα μάτια του Βάρναλη, αποκτούν μια ελληνική, ίσως και μια αριστερή, πολιτική χροιά. Ο συγγραφέας αναδεικνύει τον αγώνα του ατόμου ενάντια στο άδικο σύστημα, τονίζοντας τη σημασία του να παραμένεις πιστός στα ιδανικά σου, ακόμα κι αν φαίνονται παράλογα. Το βιβλίο ασχολείται με τη σύγκρουση ανάμεσα στο ιδανικό και το πραγματικό. Ο συγγραφέας περνάει μηνύματα για την αξία των ονείρων, της αντίστασης και της τρέλας που πηγάζει από την αγάπη για τη δικαιοσύνη. Μιλάει για το πώς η κοινωνία βλέπει αυτούς που τολμούν να σκέφτονται διαφορετικά. Η γραφή είναι ξεχωριστή, με το χαρακτηριστικό στυλ του Βάρναλη. Η γλώσσα είναι δημοτική, ρέει φυσικά, με μια ποιητική διάθεση και ειρωνεία. Ο ρυθμός είναι μετρημένος, δίνοντας έμφαση στις ιδέες και τους διαλόγους. Οι χαρακτήρες είναι οι κλασικοί, αλλά με τη δική τους πινελιά. Ο Δον Κιχώτης είναι ο αιώνιος ονειροπόλος, ο Σάντσο ο ρεαλιστής, αλλά και οι δύο γίνονται πολύ οικείοι στον αναγνώστη. Συνολικά, μιλάμε για ένα πολύ καλό βιβλίο. Είναι μια ενδιαφέρουσα, ελληνική προσέγγιση σε ένα παγκόσμιο κλασικό έργο. Διαβάζεται ευχάριστα και σε βάζει σε σκέψεις. Αν σας αρέσουν οι διασκευές κλασικών έργων με προσωπική σφραγίδα, αυτό το βιβλίο είναι για εσάς.