Κατόρθωμα αποτελεί η Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, συνταγμένη από τον Τάσο Χριστίδη. Στην πραγματικότητα το εγχειρίδιο καλύπτει λίγο πολύ όλο το φάσμα της ελληνικής γλώσσας, από τα προιστορικά χρόνια έως τις μέρες μας, αποκαλύπτοντας με συναρπαστική ενάργεια τα μυστικά της γλώσσας και της γραφής ειδικότερα. Συγχρόνως, διαφωτίζει, με νηφάλιο και τεκμηριωμένο τρόπο, παθολογικές εκτροπές στην πορεία της ελληνικής γλώσσας. Τα Παραρτήματά του εξάλλου προσφέρουν διαδοχικά κειμενικά παραδείγματα της εξελισσόμενης ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για θεμέλιο λίθο της εκπαιδευτικής Αρχαιογνωσίας και Αρχαιογλωσσίας, με την οποία επειδιώκονται η σχολική αποφόρτιση του αρχαίου κόσμου από ιδεολογικές παραμορφώσεις και η ανάδειξη της πραγματικής ιστορικής του αξίας, αποτυπωμένης τόσο στην εξελισσόμενη γλώσσα του όσο και στα διαδοχικά του κείμενα. Ειδικότερα, τα δώδεκα μέρη και τα δέκα παραρτήματα της προκείμενης έκδοσης μορφώνουν τη γλωσσική συνείδηση και τροφοδοτούν την κειμενική όρεξη δασκάλων και μαθητών, ανοίγοντας τον ευρύτερο ανθρωπιστικό τους ορίζοντα. -Δ. Ν. Μαρωνίτης
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946, όπου και τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του (απόφοιτος του Πειραματικού Σχολείου Θεσσαλονίκης). Το 1968 πήρε το πτυχίο του από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στο Cambridge, όπου παρακολούθησε το Τμήμα Κλασικών Γλωσσών. Απέκτησε το Β.Α. το 1970 με εξαιρετικές επιδόσεις επιτυγχάνοντας έτσι τη χορήγηση νέων υποτροφιών. Στο διάστημα 1970-1971 ασχολήθηκε με την έρευνα της γραμμικής Β υπό την εποπτεία του καθηγητή J. Chadwick. Το 1972 με ειδική εργασία (On relative and complement clauses) έγινε κάτοχος του Diploma in General Linguistics και το 1974 του Μ.Α. Το 1977 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο του Cambridge (τίτλος διδακτορικής διατριβής: Adverbials: A study in the theory and practice of Transformational Generative Grammar· επόπτες: καθηγητές Sommerstein και Comrie· εξεταστές: καθηγητές Moore και Lyons). Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο εξωτερικό δίδαξε κατά καιρούς γλωσσολογία και νέα ελληνικά στο Cambridge και το Birmingham.
To 1976 έγινε βοηθός στο τότε Τμήμα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και το 1978 επιμελητής. Το 1984 εκλέχτηκε επίκουρος καθηγητής (γνωστικό αντικείμενο: γενική γλωσσολογία με ειδίκευση στη θεωρία της σύνταξης) του μετέπειτα Τμήματος Φιλολογίας (Τομέας Γλωσσολογίας), το 1990 αναπληρωτής και το 1994 τακτικός καθηγητής. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες των ετήσιων συναντήσεων του Τομέα Γλωσσολογίας, στον οποίο συνεισέφερε πολλαπλώς - εκτός των άλλων, με την οργάνωση της βιβλιοθήκης του Τομέα και με τη διοργάνωση συνεδρίων σε συνεργασία με άλλα πανεπιστημιακά τμήματα. Το εκπαιδευτικό του έργο υπήρξε ιδιαίτερα εμπνευσμένο, ενώ η συνεισφορά του στο πανεπιστημιακό πλαίσιο ήταν πολύπτυχη: από το 1995 μέλος του Δ.Σ. και από το 2000 γενικός γραμματέας του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], από το 1995 μέχρι το 2004 μέλος της Επιτροπής Εποπτείας του Σχολείου Ελληνικής Γλώσσας του Α.Π.Θ.
Η επιστημονική του παραγωγή χαρακτηρίζεται από ένα αξιοθαύμαστο εύρος: θεωρία της γλώσσας, ιστορική σημασιολογία, σύνταξη, περιγραφή της νέας ελληνικής, ιστορία της αρχαίας ελληνικής, αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι, ζητήματα της σχέσης γλώσσας και κοινωνίας, γλωσσικές πολιτικές, αρχαιολογικές και φιλολογικές μελέτες, επιγραφικές-γλωσσολογικές μελέτες (κυπριακές συλλαβικές επιγραφές, καρικά, σημιτικές γλώσσες και σημιτική επιγραφική). Από το 1987 άρχισε να παρεμβαίνει δημόσια (τηλεόραση και Τύπο) στις συζητήσεις για το σύγχρονο «γλωσσικό ζήτημα», την εισαγωγή της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο και γενικότερα για ζητήματα γλωσσικής ιδεολογίας και πολιτικής.
Από το 1976 ο Α.-Φ. Χριστίδης υπήρξε μέλος της ομάδας για τη μελέτη των χρηστηρίων ελασμάτων του Μαντείου της Δωδώνης, μαζί με τον Σ. Δάκαρη, καθηγητή αρχαιολογίας του Παν/μίου Ιωαννίνων, και την Ιουλία Βοκοτοπούλου, έφορο -τότε- αρχαιοτήτων Ηπείρου και μετέπειτα διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για 1453 μολύβδινα πινάκια, στα οποία καταγράφονται, πολλές φορές επάλληλα, περί τις 4000 επιγραφές μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται το διαλεκτικό και πολιτισμικό πανόραμα της αρχαιότητας. Για τον σκοπό αυτό, ο Α.-Φ. Χριστίδης έφυγε το 1982-1983 με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου στη Σχολή Κλασικών Σπουδών του Cambridge, ενώ η προσέγγιση και μελέτη του υλικού από μέρους του υπήρξε συστηματική και αδιάλειπτη για περισσότερο από 25 χρόνια. Από το 1996, μετά τον θάνατο της Ιουλίας Βοτοκοτοπούλου και του Σωτήρη Δάκαρη, υπήρξε ο τελευταίος εναπομείνας της ομάδας, ο οποίος συνεχίζοντας τη μελέτη των ελασμάτων πρόλαβε σχεδόν να ολοκληρώσει το κολοσσιαίο αυτό έργο, το οποίο πρόκειται να εκδοθεί από την Αρχαιολογική Εταιρεία.
Ο Α.-Φ. Χριστίδης υπήρξε από τους πρωτεργάτες του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Από την εποχή της ίδρυσης του ΚΕΓ (1994) και μέχρι τον θάνατό του διετέλεσε διευθυντής του Τμήματος Γλωσσολογίας και μέλος του Δ
Αν και όχι άψογο (εντόπισα μερικά λαθάκια ήσσονος σημασίας), σίγουρα πάρα πολύ καλό. Απευθύνεται κυρίως σε αναγνώστες της ύστερης εφηβείας και τους εισάγει, με εύληπτο και ευχάριστο τρόπο, όχι μόνο στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας, αλλά γενικότερα στον κόσμο των γλωσσών και των μηχανισμών που τις διέπουν. Το βιβλίο κινείται πάνω σε επιστημονικές βάσεις και επομένως βρίσκεται στον αντίποδα των κάθε λογής αρχαιολάγνων «ερευνητών» που έχουν πληθύνει τελευταία. Ούτε μεγαλοστομίες για τη μοναδικότητα και το μεγαλείο της Ελληνικής, ούτε ψεύδη για τη τάχα μαθηματική της δομή και τα έξι εκατομμύρια λέξεις που δήθεν απαριθμεί. Ο Χριστίδης δεν φοβάται επίσης να μιλήσει για τις ξένες οφειλές της Ελληνικής, τόσο σε επίπεδο αλφαβήτου (Φοίνικες) όσο και λεξιλογίου (δάνειες λέξεις, με συχνές αναφορές σε δάνεια από γλώσσες που πολλοί Έλληνες εντελώς άδικα θεωρούν «κατώτερες», όπως τα Αλβανικά και τα Τουρκικά), ενώ τονίζει ότι δεν υπάρχει γλωσσική φθορά αλλά απλώς γλωσσική αλλαγή. Έτσι, το βιβλίο χαρακτηρίζεται από ψύχραιμη αντιμετώπιση της ιστορίας της γλώσσας μας και σεβασμό για τις άλλες γλώσσες. Αντιγράφω τα τελευταία λόγια του επιλόγου σαν πολύ χαρακτηριστικά της φιλοσοφίας του (και της δικής μου, στο θέμα των γλωσσών και των πολιτισμών του κόσμου):
«... αν κάποιες [γλώσσες] ξεχώρισαν (όπως τα αρχαία ελληνικά ή τα λατινικά) ή ξεχωρίζουν (όπως τα αγγλικά σήμερα), αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ή είναι «καλύτερες». Ξεχώρισαν ή ξεχωρίζουν για λόγους ιστορικούς και όχι γιατί ήταν, ή είναι, «φτιαγμένες» καλύτερα από άλλες. Δεν υπάρχουν λοιπόν «καλύτερες» ή «χειρότερες» γλώσσες, «ανώτερες» ή «κατώτερες». Όπως δεν υπάρχουν καλύτεροι ή χειρότεροι λαοί. Κάθε γλώσσα, και κυρίως οι ομιλητές της, αξίζει λοιπόν τον σεβασμό μας.»
Η Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είναι το πρώτο βιβλίο του πιλοτικού προγράμματος «Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση». Προφανώς απευθύνεται σε μαθητές της μέσης εκπαίδευση. Η γλώσσα είναι απλή, εύκολη, με επαναλήψεις και τονισμούς των σημαντικών σημείων. Ένα διδακτικό βιβλίο με όλη τη σημασία της λέξης.
Επί της ουσίας, είναι ένα άριστο σύγγραμμα, επιστημονικά τεκμηριωμένο, που δίνει απαντήσεις σε πολλά σύγχρονα ερωτήματα. Το θέμα της νεοελληνικής γλώσσας και της συνέχειάς της με την αρχαία ελληνική τίθεται στη σωστή βάση, ορθολογικά και με πολλά παραδείγματα.
Σπάνια βρίσκεις τέτοιου είδους βιβλία που απευθύνονται σε μαθητές. Καταπληκτική δουλειά!
Γιέ μου, αν διαβαζεις αυτές τις γραμμές να ξέρεις ότι αυτό το βιβλίο θα σε γλιτώσει από ψυχοφθορες διαμάχες, διανοητικές παπαρδελες και ντεκαβλέ εθνοσαχλες. Ο, τι ποιο άρτιο, σοφον και σαφές έχει γραφτεί για την γλώσσα που γράφουμε και παρλαρουμε. Τυχεροί όσοι το διαβάσουν στην εφηβεία.
Εξαιρετικό βιβλίο για την Αρχαία Ελληνική γλώσσα. Θέτει και λύνει πολλά προβλήματα και απορίες σχετικά την δομή και την εξέλιξη της γλώσσας. Έχει πολλά παραδείγματα σχετικά με την προφορά των Αρχαίων Ελλήνων που ήταν τραγουδιστή! Καθώς και τον τρόπο που εξελίχθηκε η προφορά των διφθόγγων. Στον κεφάλαιο που αναφέρει την προέλευση του Αλφαβήτου θα περίμενα περισσότερες εκδοχές. Ο συγγραφέας λέει ότι τα γράμματα προήλθαν από του Φοίνικες, ξεχνώντας ότι οι Φοίνικες τα πήραν από τους Αρχαίους Κρήτες. Κατά τ' άλλα το βιβλίο είναι υπέροχο και ρέει ευχάριστα στα μάτια μας..