Ένας άνθρωπος φτάνει μια νύχτα σε μια άγνωστη πόλη. Έχει αφήσει πίσω την προηγούμενη ζωή του θέλοντας να ξεφύγει από την κατάρα που τον συνοδεύει. Τώρα έχει μοναδικό σκοπό του τη συγγραφή του βιβλίου του.
Τα λεφτά που διαθέτει του επιτρέπουν να νοικιάσει μόνο ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο πίσω μέρος μιας ψηλής πολυκατοικίας στην πρόσοψη της οποίας υπάρχει ένα μεγάλο σινεμά. Ο εκκωφαντικός θόρυβος από τα ηχεία του σινεμά όμως τον υποχρεώνει να περνάει τις ώρες των προβολών έξω από το σπίτι του.
Εκείνες τις απογευματινές, και κυρίως τις βραδινές, ώρες θα περιπλανηθεί στην πόλη, απόλυτα προσηλωμένος στο σκοπό του, ώσπου η μοίρα θα στείλει στο δρόμο του μια πολύ νεαρή κοπέλα που ζει στη σκιά κάποιων σκοτεινών και απεχθών ανθρώπων. Η συνάντηση αυτή θα είναι η καταστροφή ή η σωτηρία του…
Ένα αλληγορικό και συμβολικό μυθιστόρημα, ένα μοντέρνο παραμύθι για την ύπαρξη, τη μοναξιά, το τέλος και την αιώνια μάχη του Καλού και του Κακού.
Ο Δημήτρης Μαμαλούκας (Dimitrios Mamaloukas) γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα, όπου και κατοικεί. Είναι πτυχιούχος φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Lecce, Ιταλία. Το 1999 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Απόπειρα" το μυθιστόρημά του "Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα". Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τίτλο "Όσο υπάρχει αλκοόλ...".
Τα επόμενα βιβλία του είναι: "Ο μεγάλος θάνατος του Βοτανικού", Καστανιώτης, 2003, "Η απαγωγή του εκδότη", Καστανιώτης, 2005, "Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα", Καστανιώτης, 2007 -που ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών Ε.KE.BI. 2007, "Η μοναξιά της ασφάλτου", Λιβάνης, 2008, "Κοπέλα που σε λένε Φίνι", Λιβάνης, 2009, "Κράτα μου το χέρι", Ψυχογιός, 2012. Συμμετείχε στις ανθολογίες διηγημάτων "Ελληνικά εγκλήματα", "Υπόγειες ιστορίες", "Το τελευταίο ταξίδι" - έντεκα νουάρ ιστορίες κ.ά. Ασχολείται με τη μετάφραση και γράφει κριτική λογοτεχνίας στην "Κυριακάτικη Αυγή" και στο περιοδικό "Διαβάζω".
Ένα ωραίο βιβλίο, μικρό, που διαβάζεται εύκολα και με άφησε αρκετά ευχαριστημένη. Ήταν λίγο σαν μεγάλο διήγημα, δε νομίζω ότι θα μπορούσε να αναπτύξει την ιδέα του περισσότερο ο συγγραφέας, το τελείωσε σε σωστό σημείο χωρίς να αφήσει απορίες αλλά και χωρίς να κουράσει.
This is what I call a ‘no bullshit’ book. I liked it, but I think some more length could be added to it so that the characters could be developed properly. I wouldn’t think the extra length would tire me, but rather that it would create a better atmosphere in the book and would engage me more. It felt something like this: when I started to form a picture in my mind, the author interrupted me to go to the next scene. Be that as it may, it was an interesting short story worth reading.