What do you think?
Rate this book


104 pages, Paperback
First published January 1, 1975
Μύριζε κόλλα και μπογιά, ακόμα και μελάνι πολυγράφου πολλές φορές. Στο δωμάτιο του Γρηγόρη έκανε παγωνιά. Η Λία τυλιγόταν με μια παλιά κουβέρτα, που της είχε φύγει ολόκληρο κομμάτι, στο σχήμα του σίδερου. Έπιναν τσάι του βουνού με ζαχαρίνη και περίμεναν το συνθηματικό σφύριγμα από το δρόμο. Της Λίας της άρεσε αυτή η ώρα, που καθόταν κουρνιασμένη στο ντιβάνι. Ο Γρηγόρης ετοίμαζε πινέλα, κόλλες και μπογιές. Ύστερα έπαιρνε τον "Ήλιο τον πρώτο" του Ελύτη. Φρεσκοαγορασμένος, φρεσκοτυπωμένος, με το κίτρινο γυαλιστερό εξώφυλλο και τη γοργόνα, φάνταζε αταίριαχτος ανάμεσα στα τενεκεδάκια και τα πινέλα. Θάθελε να μάκραινε πολύ αυτή η ώρα η Λία.
- Έχετε τίποτα;
Μια κοπέλα κ' ένας νέος στέκονταν από πάνω του. Γνώριμες φωνές... για τη βρύση... για τη μαρμάρινη βάση της. Ανοίγει τα μάτια του. Δύο άγνωστα πρόσωπα του χαμογελούν. Πιο πέρα - η προτομή του Μαρξ... η βάση της...
- Να σας συνοδέψουμε; Πού μένετε; - ρωτά η κοπέλα.
Ο Κώστας θέλει ν' απαντήσει μα, ξαφνικά, σαν να χάθηκαν από το μυαλό του όλα αυτά τα δεκαπέντε χρόνια, σα να μην είχε μάθει ποτέ του μήτε μια λέξη ρούσικη... κοιτάζει ήρεμα τα δυο νέα παιδιά και λέει:
- Στο Μαρούσι.