O Λασκαράτος ήταν αρνητής οποιασδήποτε θρησκευτικής ταμπέλας. Η ηθική του δε διέφερε απ’ εκείνη των ηθών της εποχής του, πράγμα που φαίνεται και στους χαρακτήρες που εκτιμά, στον τρόπο που τάσσεται υπέρ, αλλά είναι ενάντιος σε οποιοδήποτε χαρακτηρισμό έπεται η ιδιότητα, της θεϊκής παρέμβασης.
Το κείμενο είναι δύσκολο λόγω της καθαρεύουσας, του κεφαλονίτικου ιδιώματος, του ύφους που σαν γραφική παράσταση συνημιτόνου ρέπει απ’ τη φιλοδοξία προς τη λογοτεχνία και απ’ την ανάγκη δοκιμιακού φινιρίσματος στα κατεβάσματα του.
Υπάρχουν πολλές γενικεύσεις, ή υπεραπλουστεύσεις, ωστόσο τμηματικά αποκλείεται να μη βρει κάποιος κομμάτια του μέσα σε αυτές τις ιδιότητες χαρακτήρος. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι βιβλίο που θέλει να γεννήσει στερεότυπα, αυτό δεν το ήθελε ούτε ο δημιουργός του, όπως αντίθετα δεν το ήθελε στο δικό του βιβλίο, ούτε ο Σαμφόρ. Επίσης, το βιβλίο είναι χρωματισμένο απ’ το ελληνικό στοιχείο και με ένα περίεργο τρόπο ενώ είναι σαφής η τοποθέτηση προ της ανάγκης ισότητας των φύλων, οι απόψεις του δεν έχουν αυτό το απόλυτο ύφος, άλλων συγκαιρινών του.
Τέλος, το βιβλίο δύσκολα διαβάζεται απνευστί. Το έχεις κάπου εύκαιρο, να το διαβάσεις μετά από μια συνάντηση στο γραφείο, κάποια έξοδο με φίλους, ένα τραπέζι, ή οτιδήποτε σε φέρνει σε συνάφεια με τους άλλους ανθρώπους. Είναι παρήγορο να μπορείς έστω κι αν εκ των υστέρων πικραίνεσαι, να αξιολογείς, τι είδες, τι άκουσες, ακόμα και τι είπες, πως το σκέφτηκες. Ένα αυτοπαρατηρητικό και ανθρωποπαρατηρητικό εργαλείο για κάποιες ώρες σχόλης, όπου όλοι έχουμε ανάγκη σαν εξαέρωση, με τα μάτια μας, μόνοι να δούμε τους άλλους και τον εαυτό μας.
Είναι ένα βιβλίο της εποχής του, σκουριασμένο και που δε φιλοδοξεί σε καμιά επιστημονική υπεροχή. Βοήθημα ήθελε να είναι και αυτό είναι. Μάλλον βέβαια ήθελε για μια ακόμη φορά να πάει κόντρα σε κάποιους κύκλους, όμως το κάνει με μια αξιοπρέπεια.